Δεν ήταν πρωταπριλιάτικο αστείο! Η συναυλία της 1ης του παροιμιωδώς παρελκυστικού μήνα του έτους, που έλαβε χώραν στην αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης» (Φίλων της Μουσικής) του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών με στήριξη από τη γαλλική πρεσβεία και το Γαλλικό Ινστιτούτο, υπήρξε μία από τις προγραμματικά πλέον ενδιαφέρουσες και τις καλλιτεχνικά πλέον εντελείς της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών κατά την ήδη λήξασα καλλιτεχνική περίοδο 2015-16. Η επιτυχία της έχει φυσικά ονοματεπώνυμο και επίσης πλείονες του ενός πατέρες. Κύριος ανάμεσά τους υπήρξε ο μετακληθείς Σλοβένος αρχιμουσικός Uroš Lajovic (*1944), μαθητής του Μπρούνο Μαντέρνα στη Θερινή Μουσική Ακαδημία του Ζάλτσμπουργκ, αλλά και του φημισμένου «κατασκευαστή» ενός κυριολεκτικού «who is who» μαέστρων του 20ού αιώνα, του Χανς Σβαρόφσκυ, στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης. Έχοντας θητεύσει, μεταξύ άλλων, ως επικεφαλής στις Φιλαρμονικές Σλοβενίας και Βελιγραδίου, καθώς και στη Συμφωνική του Ζάγκρεμπ, ο Λάγιοβιτς απέδειξε τη στέρεα σχολή του και στην Αθήνα.
Τη συναυλία εγκαινίασε η ολιγόλεπτη σύνθεση «Crypt» (Κρύπτη), έργο του έτους 1980 από τη γραφίδα του γεννημένου στην Καζαμπλάνκα γαλλοϊσπανικής καταγωγής αρχιτέκτονα Maurice Ohana (1913 - 1992). Μια ενδιαφέρουσα σελίδα, αιωρούμενη μεταξύ ατμοσφαιρικού μετα-ιμπρεσιονισμού και ανήσυχου μοντερνισμού, που ευτύχησε υπό τα σαφή και αναλυτικά κελεύσματα του Μαέστρου. Η «Κρύπτη» λειτούργησε εξαιρετικά και ως προανάκρουσμα του κοντσέρτου για βιολί του Σίμου Παπάνα (*1979) που ακολούθησε, ερμηνευμένο, στη δεύτερη αυτή εν Αθήναις αναβίωσή του, από τον εν τω μεταξύ 40χρονο ομότεχνο και συνάδελφο του συνθέτη, στην ΚΟΘ και όχι μόνο, Αντώνη Σουσάμογλου.
Αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι άθλο για συμφωνικό έργο της εποχής μας, και δη της μεγάλης φόρμας όπως αυτό, δεν αποτελεί η πρώτη, αλλά η δεύτερη παρουσίασή του. Ως παρόντες στην επιτυχή παγκόσμια πρεμιέρα στον ίδιο αυτό χώρο (Ελληνικές Μουσικές Γιορτές, 27 Μαρτίου 2009), τότε με τον συνθέτη ως σολίστ και τον Βύρωνα Φιδετζή στο πόντιουμ της ΚΟΑ, διαβεβαιώνουμε ότι απολαύσαμε μια έτι πληρέστερης κατανόησης ερμηνεία, χάρη στη δεξιοτεχνική και ερμηνευτική αφοσίωση του Σουσάμογλου στην παρτιτούρα, ενός μουσικού ανέκαθεν σεμνού και εν τω μεταξύ αναβαπτισμένου σε εκπαιδευτικές και εν γένει πολιτισμικές ευκαιρίες Λονδίνου, Βερολίνου και Ρόστοκ. Ο ήχος του, σε διαλογική μέθεξη με μια απογειωμένη ΚΟΑ, καταγράφηκε στιλπνός και τονικά ασφαλής, με κυρίαρχη προβολή στον χώρο, γέμων χρωμάτων, με εύρος δυναμικής και εποπτεία της σφιχτής και λειτουργικής δομής του έργου. Πρόκειται για σύνθεση που ενσωματώνει ανενδοίαστα επιρροές (Κόρνγκολντ!) εμφανείς -ενδεικτικά- στον αφειδώλευτο λυρισμό της γραφής αμέσως μετά την αιρετικά τοποθετημένη καντέντσα του α’ μέρους. Ήδη κατά την πρώτη αθηναϊκή παρουσίασή του είχαμε χαιρετίσει το Κοντσέρτο ως σημαντική προσθήκη στο σχετικό διεθνές ρεπερτόριο. Η γραφή δεν διστάζει να τέρψει, αλλά τιμά την αισθητική και τη νοημοσύνη του απαιτητικού φιλόμουσου, διεκδικώντας κορυφώσεις ανατριχιαστικής ατμοσφαιρικότητας, όπως π.χ. στον διάλογο του βιολιού με το τσέμπαλο. Παρά τον επεισοδιακό χαρακτήρα της σύνθεσης, η τετραμερής φόρμα του Κοντσέρτου είναι σφιχτά και εμπειρότεχνα δομημένη, ώστε να συμπαρασύρει τον ακροατή σε μουσική αφήγηση έντονων μεταπτώσεων, που όμως προκύπτουν εύλογα και ενίοτε μαγικά, όπως συμβαίνει αίφνης στο β’ μέρος, με τη μεθυστική εκτόνωση του ηχηρού διαλόγου με τα κρουστά.
Αλλά και η μυριοπαιγμένη συμφωνία αρ. 9, σε μι ελάσσονα, έργο 95, του Αντονίν Ντβόρζακ (1841-1904), που ολοκλήρωσε τη συναυλία, έτυχε ερμηνείας γεμάτης προσωπικότητα, με δράμα και ζωηρότητα από τα πρώτα κιόλας μέτρα της και με δυσεύρετη ενέργεια στην προώθηση της συμφωνικής εκτύλιξης. Για τον Λάγιοβιτς ο «Νέος κόσμος» του παρατίτλου δεν αποτελεί γραφική καρτ ποστάλ, αλλά παραπομπή σ’ έναν επίκαιρο μελλοντολογικό εφιάλτη. Τις δημώδεις παραπομπές, όπως και τα βίαια ξεσπάσματα της παρτιτούρας, διαπότισε ένας σκοτεινός εξπρεσιονισμός. Η ρυθμική πειθαρχία δεν κάμφθηκε ούτε στο νοσταλγικό λάργκο, οδηγώντας σε αγροτικού σφρίγους βαλς για το σκέρτσο και σε κατάληξη «λευκού πυρός», κυριολεκτικά «con fuoco», όπως επιτάσσει μεν, συνήθως όμως εις μάτην, ο συνθέτης...