Live τώρα    
Γιάννης Αμανατίδης για το ελληνικό ινστιτούτο Βενετίας: / Το Ινστιτούτο αναβαθμίζεται και διευρύνει τη δράση του
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Γιάννης Αμανατίδης για το ελληνικό ινστιτούτο Βενετίας: / Το Ινστιτούτο αναβαθμίζεται και διευρύνει τη δράση του

"Το Ινστιτούτο παρουσιάζει διαχρονικά προβλήματα που χρήζουν αντιμετώπισης και υπάρχη έντονη ανάγκη εκσυγχρονισμού, ώστε να αποκτήσει την εξωστρέφεια που αρμόζει στο μοναδικό Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου το οποίο διαθέτει η χώρα μας στο εξωτερικό" επισημαίνει ο υφυπουργός Εξωτερικών Γιάννης Αμανατίδης σχετικά με την αναγκαιότητα αναδιαμόρφωσης του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας, σκοπός της οποίας είναι "η διεύρυνση των επαφών του ινστιτούτου με τον επιστημονικό κόσμο και η ταυτόχρονη παροχή υποβοήθησης να προσαρμόσει τη λειτουργία του στις ανάγκες του σύγχρονου διεθνοποιημένου ακαδημαϊκού και μορφωτικού περιβάλλοντος".

Το ινστιτούτο, κατά τον υφυπουργό, "επ' ουδενί χάνει τον ρόλο του Μορφωτικού Ιδρύματος", αλλά "εξελίσσεται, αναβαθμίζεται και διευρύνει τη δράση και την επιστημονική του εμβέλεια", αφού το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου στοχεύει "στην αμερόληπτη ανεξάρτητη δράση των ελεγκτικών μηχανισμών του ινστιτούτου μέσω της χρηστής δημοσιονομικής του διαχείρισης και της εύρυθμης επιστημονικής του λειτουργίας" με τη "θέσπιση ασυμβίβαστου μέλους Εποπτικής Επιτροπής με την ιδιότητα του διατελέσαντος σε θέση οργάνου διοίκησης ή προσωπικού του ινστιτούτου" και με την "άμεση και πλήρη απογραφή της κινητής και ακίνητης περιουσίας του ινστιτούτου". Επιπλέον στοχεύει στη "δημιουργία αναγκαίας εξωστρέφειας στη δράση του ινστιτούτου στο πλαίσιο του σύγχρονου μορφωτικού διεθνούς περιβάλλοντος" μέσω της "διοργάνωσης μορφωτικών και πολιτιστικών προγραμμάτων με ιταλικούς και διεθνείς φορείς" και της "χορήγησης υποτροφιών σε αλλοδαπούς".

Απαντώντας στην Ακαδημία Αθηνών, η οποία σε επιστολή της επισημαίνει ότι "η μεταβολή των σκοπών του ινστιτούτου (σ.σ.: μπορεί να επέλθει) μόνο σε συμφωνία με την ιταλική κυβέρνηση, καθώς η ίδρυση του ινστιτούτου είναι αποτέλεσμα διεθνούς συμφωνίας", ο κ. Αμανατίδης επισημαίνει ότι "με το αναρτηθέν σχέδιο νόμου οι ιδρυτικοί σκοποί του ινστιτούτου παραμένουν ως έχουν, χωρίς να θίγονται ή να μεταβάλλονται, αλλά εξειδικεύονται, όπως μεταξύ άλλων, π.χ. με τη δημιουργία της αναγκαίας εξωστρέφειας στη δράση του ινστιτούτου". Κι αυτό γιατί ο νόμος 1766/1951 "δεν αποτελεί κυρωτικό νόμο ορισμένης διεθνούς συμφωνίας με την ιταλική πλευρά, αλλά έναν τυπικό νόμο", ο οποίος "τροποποιείται ή και καταργείται ακόμα με μεταγενέστερο νόμο ισοδύναμης ισχύος". Επισημαίνει ότι ο μόνος κυρωτικός διεθνούς συμφωνίας νόμος που αφορά το ινστιτούτο είναι το Ν.Δ. 1271/1949, στον οποίο "δεν γίνεται καμία απολύτως μνεία ή ρύθμιση των σκοπών του Ινστιτούτου".

Αποδίδει δε σε "εσφαλμένη ερμηνεία του κανονιστικού πλαισίου που διέπει το ινστιτούτο" οποιαδήποτε "αναφορά σε νομοθετική τροποποίηση που αντιβαίνει τόσο τις διεθνείς συμφωνίες της χώρας μας όσο και τη συνταγματική πρόβλεψη του άρθρου 28 παρ.1". Επιπλέον εκφράζει την απορία του για το γεγονός ότι "η Ακαδημία Αθηνών, η οποία συμμετέχει στην Εποπτική Επιτροπή του Ινστιτούτου και έχει ενεργό εμπλοκή στην επιλογή του διευθυντή αυτού, φαίνεται ότι αγνοεί το ρυθμιστικό και κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας του".

Απαντώντας στο σημείο της επιστολής της Ακαδημίας, που "υποστηρίζεται ότι το άρθρο 17 του σχεδίου νόμου με τίτλο "Πόροι του Ινστιτούτου", αντίκειται στο άρθρο 109 παρ.1 του Συντάγματος, δηλαδή κατά μία επισφαλή ερμηνεία δεν θα επιτρεπόταν αύξηση των πόρων του Ινστιτούτου καθ' οιονδήποτε τρόπο, βάση της δωρεάς της περιουσίας της Ελληνικής Ορθόδοξης Κοινότητας Βενετίας στο Ινστιτούτο" επισημαίνει ότι "οι δεσμεύσεις του ινστιτούτου έναντι της κοινότητας, η οποία αντιμετωπίζει γενικά θετικά το ν/σ, ορίζονται στη σχετική Πράξη Μεταβίβασης Περιουσίας του 1953", όπου το ινστιτούτο "δεσμεύεται να κάνει χρήση της δωρηθείσας περιουσίας της κοινότητας για τους σκοπούς του, αφετέρου να ενισχύει τους πόρους της Κοινότητας και να παρέχει συμμετοχή στη διοίκησή του".

Τονίζει επίσης ότι με το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου "οι δεσμεύσεις έναντι στην Κοινότητα δεν ανατρέπονται, αλλά αντιθέτως κατοχυρώνονται τα δικαιώματα και ο ρόλος της". Τέλος επισημαίνει ότι "η Πράξη Μεταβίβασης Περιουσίας εξακολουθεί να ισχύει στο ακέραιο. Οι πόροι του ινστιτούτου εμπλουτίζονται με πρόβλεψη χρηματοδότησης και από άλλες πηγές, με κύριο σκοπό τον σαφή νομοθετικό καθορισμό των προβλεπομένων πόρων", γεγονός που "οδηγεί άμεσα στην αύξηση εσόδων και στην εξασφάλιση μηχανισμού ελέγχου τυχόν σπατάλης και οικονομικής κακοδιαχείρισης". Ως προς αυτό η Ελληνική Ορθόδοξη Κοινότητα "συμφωνεί με το σκεπτικό του ΥΠΕΞ το ινστιτούτο να είναι αυτοτελές οικονομικά και ανεξάρτητο στην επίτευξη των επιστημονικών σκοπών του".

Τέλος αναφέρει ότι το υπουργείο Εξωτερικών θα εξετάσει ποιες από τις παρατηρήσεις που διατύπωσαν η Ελληνική Κοινότητα, η Ακαδημία Αθηνών και εμπλεκόμενοι φορείς "θα μπορούσαν να ενσωματωθούν στο υπό κατάθεση σχέδιο νόμου" διαβεβαιώνοντας ότι βούληση της παρούσας ηγεσίας του είναι η "πλήρης εξάλειψη φαινομένων δυσλειτουργίας και υποβιβασμού του ινστιτούτου".

Στις χρόνιες παθογένειες της λειτουργίας του ινστιτούτου το ΥΠΕΞ συγκαταλέγει το παρωχημένο νομικό πλαίσιο λειτουργίας, τη σύγχυση αρμοδιοτήτων μεταξύ Διαχειριστικής και Εποπτικής Επιτροπής, την ανισόρροπη ανάπτυξη των τριών τομέων αρμοδιότητας του ινστιτούτου (ιστορικός, φιλολογικός, βυζαντινής τέχνης), τη δυσανάλογη επιβάρυνση του διευθυντή του ινστιτούτου με γραφειοκρατικό έργο, το πεπαλαιωμένο σύστημα οικονομικής διαχείρισης και την ελλιπή δραστηριοποίηση προς εκμετάλλευση χορηγικών δράσεων, την απουσία ψηφιοποιημένου αρχείου και την καθυστέρηση μηχανογράφησης υπηρεσιών και δράσεων, την περιθωριοποίηση του μουσείου βυζαντινών εικόνων και την επισφαλή κατάσταση ασφαλείας, προσωπικό που δεν πληροί γλωσσικά ή άλλα ειδικά ενδιαφέροντα, την περιορισμένη εξωστρέφεια και σχέσεις με τοπικές έδρες ελληνικών σπουδών και ιταλική και διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα. Υπογραμμίζει ότι η Ελληνική Ορθόδοξη Κοινότητα Βενετίας με επιστολή της διαμαρτύρεται για τις δυσλειτουργίες του ελληνικού ινστιτούτου, γεγονός το οποίο αναγνωρίζει εμμέσως και ο διευθυντής του ινστιτούτου σε απάντησή του.

Την ίδια ώρα πηγές του υπουργείου Εξωτερικών επισημαίνουν ότι "πρόθεση της Πολιτείας είναι η άνθηση της επιστημονικής δραστηριότητας του ινστιτούτου" και "η οικονομική του αυτάρκεια και χρηστή του διαχείριση" ενώ αποδίδουν στους συντάκτες της επιστολής της Ακαδημίας Αθηνών "ανησυχητική άγνοια των διατάξεων που διέπουν τη λειτουργία του ινστιτούτου" και κάνουν λόγο για "σειρά δημοσιευμάτων που παραπληροφορούν αντί να ενημερώνουν". "Οποιαδήποτε συνδρομή προς την επίτευξη των παραπάνω στόχων είναι ευπρόσδεκτη", υπογραμμίζουν, "όχι όμως κείμενα που παραπληροφορούν. Όχι λογικές που συντηρούν στρεβλώσεις ενάντια στο δημόσιο συμφέρον και την επιστημονική κοινότητα".

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0