Συνέντευξη στη Μάνια Ζούση
Με τον τίτλο «Χορεύοντας για την προσφυγιά», η δουβλινέζικη εφημερίδα "Irish Times" αφιέρωσε την περασμένη εβδομάδα εκτενές ρεπορτάζ στην ελληνική χορευτική ομάδα «Αερίτες» και τη χορογράφο Πατρίτσια Απέργη, με αφορμή την παράσταση «Πλάνητες», που έκανε την έναρξη του Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού του Δουβλίνου, το οποίο ολοκληρώνεται στις 28 Μαΐου.
«Πρόκειται για ένα φεστιβάλ με τη θεματική της μετακίνησης, της αλλαγής, της μεταμόρφωσης, της μετανάστευσης, που απλώνεται σε όλη την πόλη, σε διαφορετικά θέατρα και σημεία, με συνεχείς εκδηλώσεις και έναν ένθερμο διάλογο μεταξύ των καλλιτεχνών σε μια χώρα που έχει βγει ήδη από την κρίση» μας εξηγεί η Πατρίτσια Απέργη, λέγοντας ότι το φεστιβάλ διαθέτει μια «πολύ ενδιαφέρουσα ισορροπία μεταξύ ντόπιων και ξένων δημιουργών, σε μια χώρα όπου διαφαίνεται ήδη ένα άνοιγμα και μια στήριξη στην τέχνη μέσω κρατικής επιχορήγησης», όπως πρόλαβε να διαπιστώσει.
H χορογράφος εμπνεύστηκε και σχεδίασε με την ομάδα της την παράσταση «Πλάνητες» βασισμένη στους ανθρώπους χωρίς τόπο, τους ανέστιους, όλους αυτούς που περιπλανώνται, τους ταξιδευτές που παίρνουν έναν δρόμο με τη θέλησή τους ή όχι, εκείνους που ακολουθούν ηθελημένα ή μη μια κατεύθυνση. Οι «Αερίτες» αφηγούνται τι σημαίνει να είσαι ξένος σε μια παράσταση - αναζήτηση για τις μνήμες, τα βιώματα, τις αποσκευές των ανθρώπων που περιπλανώνται για αναζήτηση νέων πραγμάτων.
«Διανύσαμε μεγάλη πορεία και κάναμε μακρύ ταξίδι για τη δημιουργία του έργου, που συμπεριλαμβάνει τον σύγχρονο μετανάστη, τον κατ' ανάγκη περιπλανώμενο, τον εκπατρισμένο, τον ξένο. Ο δρόμος είναι ο τόπος της περιπλάνησης, της αναζήτησης ενός καλύτερου αύριο, της πρόσμειξης, της ενσωμάτωσης, της ανοικειότητας, της αναγκαστικής βίας, της εξορίας. Μας απασχολεί ποια στοιχεία αγκαλιάζουν ή απορρίπτουν οι κοινωνίες» εξηγεί η χορογράφος, που για τη δημιουργία της παράστασης μελέτησε μαζί με την ομάδα χορούς και φυλές που έχουν το ταξίδι στο κέντρο της ζωής τους.
«Στον χορό τους οι άνθρωποι και οι λαοί έχουν κοινούς κώδικες για το πώς περιγράφεται η βία, οι απειλές, η ίδια η ιστορία τους» αναφέρει και δεν παραλείπει να σημειώσει ότι στα δυόμισι χρόνια που η παράσταση ταξιδεύει, η έννοια της μετανάστευσης έχει αλλάξει. «Θυμάμαι ότι, όταν είδα για πρώτη φορά τα τηλεοπτικά πλάνα των χιλιάδων προσφύγων να περπατούν κατά μήκος των δρόμων, άρχισα να κλαίω», υπογραμμίζει στους "Irish Times" η Π. Απέργη, καθώς, όπως εξηγεί, ήταν μια εικόνα που είχε φανταστεί μόνο όταν σχεδίαζε την παράσταση. «Τώρα εδώ ήταν η πραγματικότητα των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους και όλων όσοι αγωνίζονται να αρχίσουν πάλι από την αρχή, μεταφέροντας στην πλάτη τους ό,τι απέμεινε".
Δεν παραλείπει να υπενθυμίσει πως η ομάδα δούλεψε το θέμα της μετανάστευσης «και μέσα από το κομμάτι της μνήμης και της καταγωγής των παππούδων από τη Μικρά Ασία, αλλά και λαών με μεταναστευτική ιστορία». «Μελετήσαμε το φλαμένγκο των τσιγγάνων, κέλτικους, αραβικούς και αφρικανικούς χορούς. Στην παράσταση διερευνάται η έννοια της απώλειας, της οδύνης, του διχασμού, αλλά και της συνάντησης, της αναγνώρισης, της πρόσμειξης, της λαχτάρας για ένταξη χωρίς την απώλεια της ταυτότητας. Πρόκειται για ένα αρχετυπικό ταξίδι, γι' αυτό και μετέχουν μόνο άνδρες χορευτές. Κατά παράδοση, οι άνδρες είναι αυτοί που φεύγουν απ' το σπίτι για αναζήτηση ενός καλύτερου αύριο. Η γυναίκα μένει πίσω, σηματοδοτώντας την εστία και την πατρίδα. Η παράσταση κατ' επέκταση φωτίζει και τους καλλιτέχνες, που, μετανάστες της τέχνης τους, ταξιδεύουν παντού χωρίς να μπορούν να γυρίσουν την πλάτη σ' αυτό που συμβαίνει στον κόσμο. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που κάνουμε τέχνη, για να εκφράζουμε ερωτήματα σε σχέση μ' αυτό που συμβαίνει σήμερα».
Η εφημερίδα του Δουβλίνου φιλοξενεί στο ρεπορτάζ της για την «πολιτική παράσταση», όπως τη χαρακτηρίζει, της Π. Απέργη, την άποψη της χορογράφου για το ότι η ίδια δεν «διαχωρίζει τέχνη και ζωή, καθώς τα θέματα που την αφορούν ως άτομο την αφορούν επίσης και ως καλλιτέχνη». Για την ίδια ο χορός αποτελεί το ιδανικό μέσο για να αναδείξει πολιτικά ζητήματα όπως αυτό της μετανάστευσης. Δεν θεωρεί ότι πρόκειται για έναν αφηρημένο τρόπο, αλλά ακριβώς επειδή "ο καθένας κινείται και περπατά, μπορεί ευκολότερα να συμπάσχει με τη φυσική αίσθηση της μετανάστευσης». Άλλωστε, θυμίζει ότι «το σώμα δεν ψεύδεται", όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην αυτοβιογραφία της η Μάρθα Γκράχαμ. Το σώμα είναι η τράπεζα μνήμης όλων όσα έχουμε ζήσει, αισθανθεί και σκεφθεί".
Επιμένει ότι «η διαμαρτυρία είναι το μόνο όπλο που έχει απομείνει στους ανθρώπους που μπορεί να κάνει τη φωνή τους να ακουστεί. Είμαι απόλυτα πεπεισμένη για τη δύναμη της διαμαρτυρίας. Αν είμαστε μαζί και ενωμένοι, είμαστε πιο δυνατοί. Η συλλογικότητα είναι αυτή που με εμπνέει πραγματικά" επισημαίνει.
Στόχος της ίδιας, όπως διευκρινίζει, είναι να καταδείξει πως "οι ανάγκες των ανθρώπων είναι πάντα κοινές. Και η τέχνη οφείλει να τις φωτίζει και να τις αναπτύσσει με τον δικό της τρόπο. Μόνη διαφορά αποτελεί η προσωπική αφήγηση του κάθε καλλιτέχνη και δημιουργού ο οποίος επιλέγει τη μορφή εκείνη του χορού στην προκειμένη στιγμή που αποτελεί και τον βιωματικό τρόπο επικοινωνίας. Η ουσία παραμένει η ίδια. Και, όπως ομολογεί, "αυτό που κάνω είναι να φιλτράρω, μέσα από τη δική μου οπτική, αισθητική και γλώσσα, την ιστορία, προσαρμόζοντάς τη για τον σύγχρονο θεατή".