Της Ευγενίας Μπογιάνου
Τούτη ήταν η χειρότερη εποχή: έτσι ξεκινάει καθένα από τα τρία μέρη στα οποία χωρίζεται το βιβλίο του Τζούλιαν Μπαρνς «Ο αχός της εποχής».
1936: Ο Στάλιν πηγαίνει να ακούσει την όπερα του Σοστακόβιτς «Η λαίδη Μακμπέθ του Μτσενσκ». Την επόμενη μέρα στην "Πράβντα" δημοσιεύεται ένα κακογραμμένο άρθρο, γεμάτο γραμματικά λάθη, από κάποιον του οποίου τα λάθη δεν έπρεπε να διορθωθούν γιατί ο ίδιος ήταν αλάθητος. Χαρακτηρίζει την όπερα «βαβούρα αντί μουσική». Ο συνθέτης της γίνεται αυτομάτως εχθρός του λαού.
Εικόνα δεύτερη: Ένας νέος άντρας, καπνίζοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, με μια μικρή βαλίτσα στο χέρι -δεν θέλει να τον αιφνιδιάσει η εξουσία βρίσκοντάς τον με τα εσώρουχα και μάλιστα μπροστά στην οικογένειά του-, περιμένει δίπλα στον ανελκυστήρα τη σύλληψή του. Κάθε βράδυ φιλάει την κόρη του, αποχαιρετά τη γυναίκα του και βγαίνει από το σπίτι. Δεν έχει σημασία που αυτός ο άντρας είναι ο νεαρός Σοστακόβιτς, όλη η χώρα έτσι ζει: μέσα στον φόβο.
Δώδεκα χρόνια μετά, ο Σοστακόβιτς -που δεν είναι ήρωας όπως θα ήθελαν να τον βλέπουν αυτοί που παρακολουθούσαν από μακριά, χωμένοι στη ζεστή ασφάλεια της δυτικής φωλιάς τους-, ταξιδεύοντας στη Νέα Υόρκη, υπό το άγρυπνο βλέμμα φυσικά της σοβιετικής εξουσίας, αναγκάζεται να αποκηρύξει τον Στραβίνσκι, τον μεγαλύτερο συνθέτη του εικοστού αιώνα.
Άλλα δώδεκα χρόνια αργότερα κι ενώ η περίοδος της προσωπολατρίας έχει παρέλθει, η εξουσία, ντυμένη με πιο ήπια και φιλικά χρώματα, ανένδοτη όμως και αδυσώπητη όπως παλιά, έρχεται για να του ζητήσει κάτι ακόμη πιο σκληρό και από τη φυσική του εξόντωση: την ψυχή του. «Πριν δοκίμαζαν ώς πού έφτανε το θάρρος του∙ τώρα ώς πού έφτανε η δειλία του», διαβάζουμε.
Υπάρχει περιθώριο καλλιτεχνικής δημιουργίας μέσα σε ένα καθεστώς όπου κυριαρχεί η ανελευθερία και ποινικοποιείται η έκφραση προσωπικής άποψης, όπου ολόκληρη η χώρα έχει μεταμορφωθεί σε «ένα κελί τιμωρίας;» Μπορείς να γράψεις μουσική -έστω κι αν είσαι γεννημένος μόνο γι' αυτό, όπως ήταν ο ιδιοφυής Σοστακόβιτς- όταν φοβάσαι, κάθε ώρα, κάθε λεπτό της μέρας και της νύχτας, για τη ζωή σου, σε μια εποχή όπου ο Τσαϊκόφσκι θεωρείται παρακμιακός, ενώ ο παραμικρός πειραματισμός καταδικάζεται ως φορμαλισμός;
Εύκολες απαντήσεις φυσικά δεν υπάρχουν, θα έλεγα πως δεν υπάρχουν καθόλου απαντήσεις. Ο Μπαρνς δεν ενδιαφέρεται γι' αυτό∙ θέτει όμως αμείλικτα ερωτήματα. Ερωτήματα από εκείνα που καταρρίπτουν τις βεβαιότητες και απογυμνώνουν τις απολυτότητες, που αναδεικνύουν την πολυπλοκότητα της Ιστορίας και της ανθρώπινης φύσης και επιβεβαιώνουν με τον πιο σκληρό τρόπο τον αφορισμό: είμαστε οι αντιφάσεις μας.
Η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη, αποσπασματική -σε πολύ καλή μετάφραση του Θωμά Σκάσση-, χωρίς να ακολουθείται γραμμική χρονική σειρά, καθώς ο ήρωας θυμάται σκόρπια γεγονότα της ζωής του και στοχάζεται πάνω σε αυτά.
Ο Μπαρνς, σε μια κορυφαία στιγμή του, γράφει ένα βιβλίο αιχμηρό, γρήγορο, ευφυές, γεμάτο κρυφή ειρωνεία, καταφέρνοντας, με λίγες μόνο αδρές πινελιές, να αποδώσει, χωρίς ίχνος μελοδραματισμού και διδακτισμού, όλο τον ζόφο της σταλινικής περιόδου, αλλά και την αντιφατική προσωπικότητα του ήρωά του, καθώς αποτυπώνει με μεγάλη ακρίβεια τις ψυχικές μεταπτώσεις, τις ενοχές και τις κρίσεις συνείδησής του, δίνοντάς μας έναν Σοστακόβιτς ανθρώπινο, μελαγχολικό και ευάλωτο και συγχρόνως μη στερώντας τίποτα από το μέγεθος του ιδιοφυούς καλλιτέχνη που υπήρξε. «Είμαι μόνος∙ τα πάντα γύρω μου πνίγονται στο ψέμα», λέει ο στίχος ενός ποιήματος του Πάστερνακ. Λόγια που βγαίνουν κατευθείαν από τα χείλη του ηττημένου Σοστακόβιτς.
Julian Barnes, «Ο αχός της εποχής»
Εκδ. Μεταίχμιο
Μετάφραση: Θωμάς Σκάσσης
240 σελ. Τιμή: 15,50 ευρώ