ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΤΕΡΖΗ
Πίσω από τη λάμψη των σταρ του παγκόσμιου κινηματογράφου στην Κρουαζέτ κρύβεται και μια άλλη διάσταση στο "γενικό πλάνο" του μεγαλύτερου φεστιβάλ του πλανήτη: Την Τετάρτη 18 Μαΐου, στο Palais des Festivals στις Κάννες και σε συνεργασία με την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, θα λάβει χώρα η εκδήλωση "Η φωνή των προσφύγων στον κινηματογράφο", με προβολές, συζητήσεις, αλλά και ανάλυση των τρόπων αφήγησης της προσφυγικής κρίσης στα ντοκιμαντέρ, στο αφηγηματικό σινεμά ή στα μέσα μαζικής ενημέρωσης... Πώς "ανταποκρίνονται" οι άνθρωποι του οπτικοακουστικού χώρου στην καταστροφική παγκόσμια κρίση που ζούμε;
Ας μην έχουμε καμιά αμφιβολία πως η κρίση αυτή σηματοδοτεί μια ιστορική καμπή, πρωτοφανή στα τελευταία πενήντα χρόνια, τουλάχιστον. Και ας υπογραμμιστεί για μια ακόμη φορά πως οι πραγματικές ζωές των προσφύγων είναι κατά πολύ πιο δραματικές απ' ό,τι μπορεί να αποδώσει όχι μόνο μια ταινία μυθοπλασίας αλλά και ένα καλογυρισμένο, "ευσυνείδητο" απέναντι στο πρόβλημα ντοκιμαντέρ...
Άν η έννοια του "μετανάστη" (ιστορικά, αυτή κυρίως έχει αποτυπωθεί στον κινηματογράφο) εμπεριέχει κάποιο βαθμό ελεύθερης βούλησης, ο "πρόσφυγας", που είναι το υποκείμενο των ιστορικού προβλήματος των ημερών, υποδηλώνει το στοιχείο της βίας, του αναγκαστικού ξεριζωμού από την πατρίδα. Και ο κινηματογράφος, στις κορυφαίες διοργανώσεις του, έστω με καθυστέρηση, δεν κλείνει πλέον τα μάτια σε αυτή την πρωτοφανή ανθρωπιστική κρίση. Θυμάμαι ότι το 2011 στις Κάννες, όταν προβλήθηκε το έξοχο ποιητικό φιλμ του Ακι Καουρισμάκι "Το λιμάνι της Χάβρης", πέρασε σχεδόν απαρατήρητο κι έφυγε από το φεστιβάλ χωρίς κάποιο σημαντικό βραβείο. Στην ταινία αυτή, ο Καουρισμάκι αφηγείται την ιστορία του μεσήλικα λούστρου Μαρσέλ, στη Χάβρη, και του μικρού Ιντρίσα, ενός αγοριού από την Αφρική, κυνηγημένου από την αστυνομία. Ολόκληρη η εργατική συνοικία στην οποία ζει ο Μαρσέλ αγκαλιάζει τον Ιντρίσα, σε μια αφήγηση που συνδυάζει την αισθητική και τον ουμανισμό του Τσάπλιν, από το "Χαμίνι" και τον "Μετανάστη"... Είναι σαφές ότι από εκεί εμπνέεται ο Φιλανδός Καουρισμάκι, ο οποίος μάς έλεγε τότε ότι εξακολουθεί να πιστεύει "στους απλούς, τσακισμένους ανθρώπους". Φαινομενικά πεσιμιστής, δήλωνε ταυτόχρονα πως ελπίζει ακόμα "στη συμπόνια και την αδελφοσύνη, διαφορετικά ζούμε ήδη σε μια κοινωνία μυρμηγκιών, που, όπως έλεγε συχνά ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, θα ακολουθήσει μετά από μας". Και αν η φυλή των φεστιβαλιστών γύρισε την πλάτη στην υπέροχη ταινία του Καουρισμάκι το 2011, πλέον τα δεδομένα είναι εντελώς διαφορετικά:
Ναι, αξίζει να επισημανθεί με έμφαση, ότι, τόσο το Φεστιβάλ των Καννών πέρυσι τον Μάιο όσο και το Φεστιβάλ Βερολίνου τον περασμένο Φεβρουάριο, οι δύο μεγαλύτερες κινηματογραφικές διοργανώσεις στον κόσμο, έδωσαν τα κορυφαία βραβεία τους σε ταινίες που αναφέρονται ευθέως στην προσφυγική κρίση. Οι Κάννες βράβευσαν με Χρυσό Φοίνικα το "Dheepan" του Ζακ Οντιάρ, του κορυφαίου αυτή τη στιγμή Γάλλου σκηνοθέτη, που επέλεξε να αφηγηθεί μια επώδυνη ιστορία με σύγχρονους παρίες μέσα στο "φρούριο Ευρώπη": ΟΝτιπάν, πρώην μαχητής στον εμφύλιο της Σρι Λάνκα, συμφωνεί με μια γυναίκα και ένα ανήλικο κορίτσι να παρουσιαστούν σαν οικογένεια και να περάσουν στην Ευρώπη με πλαστά διαβατήρια. Φτάνουν στη Γαλλία, στα προάστια του Παρισιού, αλλά εκεί θα βρεθούν αντιμέτωποι με τη βία των τοπικών συμμοριών και των εμπόρων ναρκωτικών...
Όσο για την Μπερλινάλε, τον Φεβρουάριο έδωσε τη Χρυσή Άρκτο στο ντοκιμαντέρ "Φωτιά στη θάλασσα" του Τζιανφράνκο Ρόζι. Ο Ιταλός, ενώ αρχικά σχεδίαζε να γυρίσει απλώς ένα δεκάλεπτο φιλμ για τους θαλασσοπνιγμένους πρόσφυγες της Λαμπεντούζα, όταν έφτασε στο νησί και συνειδητοποίησε τι συμβαίνει, αποφάσισε να αφιερώσει στο "θέμα" του έναν χρόνο από τη ζωή του, ζώντας από κοντά την ακραία ιστορική συνθήκη που χτυπά την πόρτα μας. Σχεδόν στο κέντρο της Μεσογείου, η Λαμπεντούζα είναι το νοτιότερο άκρο της Ευρώπης, περίπου με τον ίδιο τρόπο που η Χίος και η Λέσβος είναι τα ανατολικά σύνορα της απελπιστικά γηραιάς ηπείρου. Με μια σημαντική διαφορά ωστόσο: η μεγάλη θαλάσσια διαδρομή από την Αφρική φέρνει στα παράλια της Λαμπεντούζα σκάφη που κουβαλάνε εξαντλημένα, αφυδατωμένα κορμιά ή πτώματα... "Μέχρι να βρεθώ στη Λαμπεντούζα, είχα στο μυαλό μου μονάχα εκείνο το μείγμα αποσπασματικών εικόνων που βγαίνει από τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων" λέει ο Ρόζι.
Ο συμπατριώτης του Ρόζι, ο φιλόσοφος Τζόρτζιο Αγκάμπεν, σε ένα προφητικό κείμενό του, είκοσι χρόνια πριν, είχε στρέψει την προσοχή στην "οριακή έννοια του πρόσφυγα", η οποία αναδεικνύεται ακριβώς "σε μια ιστορική στιγμή που το νεωτερικό έθνος - κράτος αλλά και οι έως τώρα υπάρχουσες κατηγορίες του 'πολίτη', του 'ανθρώπου' και του 'λαού' αποδυναμώνονται συνεχώς..."
"Τρέφω απέραντο σεβασμό προς τον άνθρωπο που εγκαταλείπει τη χώρα του για να πορευτεί προς το άγνωστο", έχει πει ο "μετανάστης κινηματογραφιστής" Κώστας Γαβράς. To 2009 είχε επιστρέψει στην Ελλάδα για να γυρίσει την ταινία "Παράδεισος στη Δύση", που αναδείκνυε το "πέρασμα" από τη μάζα των μεταναστών στον "έναν", ο οποίος λειτουργεί ως δραματουργική περσόνα... Ο νεαρός μετανάστης, που θα πολιτογραφηθεί "Ηλίας", έρχεται από την Ανατολή και κατευθύνεται προς τη Δύση. Θα φτάσει ναυαγός σε μια παραλία, όπου θα αποκοιμηθεί εξαντλημένος για να ξυπνήσει από... ένα τόπι που πέφτει επάνω του, σαν τον Οδυσσέα στην ομηρική περιπλάνησή του. Δεν είμαστε όμως στο νησί των Φαιάκων, αλλά σε resort πολυτελείας. Ο Γαβράς αποτίει σχεδόν αδιόρατα "φόρο τιμής" στον Τσάπλιν, σε αυτόν τονμετανάστη από τις φτωχογειτονιές του Λονδίνου που δεν πήγε ποτέ σχολείο και επαναπροσδιόρισε τον κινηματογράφο, στις αρχές του εικοστού αιώνα: Οι Λονδρέζοι μάλλον θα περιφρονούσαν το χαμίνι που ζητιάνευε και κοιμόταν στους δρόμους, με τη μάνα του στο άσυλο. Ο "Μετανάστης", μια ταινία 30 λεπτών που ο Τσάπλιν γύρισε στα 1917, είναι το πρώτο φιλμ στην ιστορία του κινηματογράφου που φέρνει στην οθόνη το βασανιστικό ταξίδι προς τον λαμπερό "Νέο Κόσμο", την όψη της αθλιότητας που αποκρύβει συστηματικά η επίσημη εξιστόρηση του "πώς κατακτήθηκε η Δύση...".Ο Τσάπλιν, σύμφωνα με την άποψη του Μπρεχτ, δείχνει στο κοινό την ίδια του την τύφλωση, με την πιο συναρπαστική μεθόδευση...
"Οταν η βάρκα άρχισε να κινείται, είδαμε νερό να μπαίνει μέσα... Νιώσαμε ότι θα πνιγούμε όλοι... Κάποια στιγμή ένα φως έπεσε πάνω μας και μας καθοδήγησε προς την ακτή. Είχαν τελειώσει τα καύσιμα, κάποιοι ψαράδες ήρθαν και μας οδήγησαν στην ακτή. Όταν βγήκαμε στην ξηρά, πετάξαμε τα σωσίβια και προχωρήσαμε προς τα βουνά".
Είμαστε κι εμείς, αναγκαστικά, μέρος μιας ιστορικής καμπής, τις συνέπειες της οποίας ακόμη δεν μπορούμε να κατανοήσουμε πλήρως. Και σίγουρα μέρος αυτής της κρίσης είναι και τα ανελέητα πολιτικά παιχνίδια... Ιδιαίτερα για τους καλλιτέχνες - κινηματογραφιστές τίθεται το δύσκολο ζήτημα της αισθητικοποίησης του ακραίου, του πόνου. Η αισθητικοποίηση της ακραίας ιστορικής συνθήκης δεν είναι ένας απλός, ευκολοδιάβατος δρόμος. Μπορεί να οδηγήσει και σε ακριβώς αντίθετα από τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.
"Θα ήθελα να πάω πίσω στη Συρία, αλλά δεν μπορούμε πια να γυρίσουμε. Εύχομαι να μπορούσαν να έρθουν εδώ όλοι οι φίλοι μου. Αλλά δεν έμεινε κανείς. Άφησα εκεί πολλούς φίλους, έχω πολλούς φίλους. Ήμουν χαρούμενη εκεί. Αν το θέλει ο Θεός, θα επιστρέψουμε. Αν το θέλει ο Θεός, η Συρία θα γίνει όπως ήταν πριν".