Live τώρα    
Ιόλη Ανδρεάδη: ΜΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΟΥ ΠΙΟΠ / Μια διαδρομή στις μνήμες της ελληνικής κλωστοϋφαντουργίας
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ιόλη Ανδρεάδη: ΜΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΟΥ ΠΙΟΠ / Μια διαδρομή στις μνήμες της ελληνικής κλωστοϋφαντουργίας

Συνέντευξη στον Σπύρο Κακουριώτη

Στην οδό Δωρίδος 2, σε μια γειτονιά του Ταύρου, έξω από ένα παλιό βιομηχανικό κτήριο όπου στεγάζεται το Ιστορικό Αρχείο του Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς, την ώρα που ο ήλιος πηγαίνει προς τη δύση του, ένας-ένας μαζεύονται είκοσι άνθρωποι. Είναι οι θεατές της παράστασης με το περίεργο όνομα Διακόσιες δέκα χιλιάδες οκάδες βαμβακιού, που όσο κι αν φέρνει στο νου τον δαιμονισμένο θόρυβο από τις κλωστοϋφαντουργικές μηχανές, μέσα σε μια ατμόσφαιρα θολή από τις νιφάδες βαμβακιού που στριφογυρνούν στον αέρα, διεξάγεται μέσα στην απόλυτη ησυχία του αρχείου.

Στόχος της παράστασης που σκηνοθετεί η Ιόλη Ανδρεάδη, πάνω σε ένα κείμενο που συνέθεσε, έπειτα από επισταμένη έρευνα, μαζί με τον Άρη Ασπρούλη και ερμηνεύουν οι Ιφιγένεια Γρίβα και Κατερίνα Μισιχρόνη, η εξοικείωση των θεατών με την έννοια του αρχείου, αλλά και με ζητήματα μνήμης και ιστορίας, όπως αποτυπώνονται με διαφορετικούς τρόπους στα τεκμήρια που φιλοξενούνται εκεί.

Ζητήσαμε από τη σκηνοθέτιδα να μας ταξιδέψει, μαζί με τους θεατές, σε αυτόν τον άγνωστο για τους πολλούς και "περίεργο" κόσμο. "Μόλις μαζευτούν όλοι οι θεατές", μας λέει, "ερχόμαστε και τον οδηγούμε μαζί με τους άλλους στην είσοδο, που κρατάμε κλειστή μέχρι εκείνη την ώρα. Εκεί, πίσω από ένα πραγματικό τραπέζι στενογράφου της δεκαετίας του 1930, τον περιμένουν δυο ηθοποιοί. Εκείνες έχουν μια χαμηλόφωνη κουβέντα μαζί του. Του δίνουν στα χέρια κάτι να το φυλάξει για λίγο. Αυτό είναι είτε ένα κομμάτι ύφασμα από μια κλωστοϋφαντουργία, είτε μια φωτογραφία που δείχνει τη ξενάγηση μέσα σε ένα εργοστάσιό της, είτε μια αυθεντική μετοχή της ίδιας εταιρείας κ.ο.κ.".

Με αυτό το υλικό στα χέρια, συνεχίζει η Ιόλη Ανδρεάδη, "ο θεατής ακολουθεί μία από τις δύο ηθοποιούς και πάνε μέσα στο Αρχειοστάσιο, όπου του ζητείται να ψάξει να βρει το ταίρι του τεκμηρίου που κρατάει στα χέρια του: εάν π.χ. έχει στα χέρια του ύφασμα, θα ψάξει για ένα άλλο ύφασμα. Παραδίδει το 'ζευγάρι' των τεκμηρίων στην ηθοποιό. Εκείνη το βάζει μαζί με τα άλλα και τα μεταφέρει όλα πάνω, στον πρώτο όροφο. Εκεί, θα ακούσει για την ιστορία της κλωστοϋφαντουργίας αυτής, ενώ για πρώτη φορά θα βλέπει όλα τα τεκμήρια μπροστά στα μάτια του. Η περφόρμανς είναι μια διαδρομή από το απτό στο θεωρητικό και μετά στο μύχιο".

Πώς όμως ένας καλλιτέχνης διαλέγεται με το υλικό του ιστορικού; Τι ερωτήσεις θέτει από τη μεριά του σε αυτό το υλικό; "Ο καλλιτέχνης χρειάζεται τον ιστορικό. Προσπαθεί να κατανοήσει τη δουλειά του ιστορικού. Θέτει ωστόσο και πρέπει να θέτει πολύ διαφορετικές ερωτήσεις, γιατί η θεατρική δραματουργία είναι διαφορετική από την ιστορική, ενώ ο θεατής δεν είναι μόνο αναγνώστης και η ανάγκη του να μάθει συνδυάζεται με αυτήν για θέαμα. Η δουλειά τους είναι με μια έννοια παρόμοια: όσο προσωπική και παθιασμένη κι αν είναι, είναι ωραίο όταν δίνει την εντύπωση της αντικειμενικότητας".

Τα αρχειακά τεκμήρια είναι, από τη φύση τους, βουβό υλικό. Ρωτάμε τη σκηνοθέτιδα ποιους τρόπους επιλέγει για να κάνει αυτό το υλικό να "μιλήσει". "Σε αυτό πιστεύω χρειάζεται, πέρα από τη γνώση κάποιων ιστορικών στοιχείων, να τα αφουγκραστεί κανείς και να τους δώσει, όπως ο αρχαιολόγος, την ερμηνεία του", τονίζει. "Η παράσταση έχει βασιστεί σε πολλά 'βουβά' τεκμήρια. Το έργο στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε αυτά και είναι να απορείς πώς τελικά βγήκε μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος", λέει γελώντας και συνεχίζει: "Απλώς, όπως θα καταλάβει κανείς με μια απλή επίσκεψη στον χώρο του Ιστορικού Αρχείου του ΠΙΟΠ, κανένα τεκμήριο δεν είναι πραγματικά βουβό: όλα θα σου πουν μια ιστορία αν καθίσεις λίγο στην ησυχία και τα κοιτάξεις...".

Πώς όμως μια ομάδα καλλιτεχνών αντιμετωπίζει το συγκεκριμένο Αρχείο μέσα στο οποίο καλείται να δράσει; "Το Ιστορικό Αρχείο του ΠΙΟΠ λειτουργεί ως κέλυφος και για το αρχειακό υλικό που βρίσκεται σε αυτό αλλά και για τη δική μας την παράσταση", λέει η σκηνοθέτις, "η οποία είναι εγκιβωτισμένη μέσα σε αυτό και έμαθε μέσα σε ένα μικρό χρονικό διάστημα να λειτουργεί σεβόμενη τους κανόνες συνεργασίας μέσα στον χώρο, με τον ίδιο τρόπο που και οι εργαζόμενοι μέσα σε αυτό σεβάστηκαν τα δικά μας ωράρια και την αξιοπερίεργη φύση της δουλειάς μας και συνεισέφεραν σε αυτήν. Ταυτόχρονα, η σχέση μας με το αρχείο αλλά και με τον ευρύτερο κόσμο της μνήμης, της φαντασίας, του ονείρου, του υποσυνειδήτου, της παιδικής ηλικίας, που προέκυψε μέσα από αυτό, είναι μια αέναη διαδικασία, η οποία δεν θα τελειώσει με το τέλος της παράστασης, μάλλον θα αρχίζει τότε..."

Οι θεατές έχουν πια αποσυρθεί στον πρώτο όροφο, όπου οι δύο ηθοποιοί μεταβάλλονται σε αφηγήτριες, έχοντας πια ταυτιστεί με το υλικό τους, και γίνονται οι ίδιες το αντικείμενο της έρευνάς τους, χαρίζοντας έτσι φωνή σε ψιθύρους από το παρελθόν. Σε λίγο η παράστασή τους θα τελειώσει και θα δώσουν και πάλι ραντεβού με τα κιτρινισμένα τιμολόγια, τους άψογα τυπωμένους ομολογιακούς τίτλους, τα χειρόγραφα πρακτικά συνεδριάσεων ή τις παλιές φωτογραφίες την επόμενη Δευτέρα και Παρασκευή, μέχρι τις 23 Μαΐου, που η περφόρμανς Διακόσιες δέκα χιλιάδες οκάδες βαμβακιού θα φιλοξενείται, με ελεύθερη είσοδο για το κοινό, στο Ιστορικό Αρχείο του ΠΙΟΠ.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0