ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΘΑΝΟ ΜΑΝΤΖΑΝΑ
Ο Νίκος Πλατύραχος είναι συνθέτης που ανέκαθεν ξεχώριζε για την ποικιλία και την τόλμη του, τόσο στο προσωπικό του έργο όσο και στις πολλές δουλειές άλλων τις οποίες έχει ενορχηστρώσει. Πριν λίγο καιρό ξάφνιασε και πάλι, κυκλοφορώντας Τα Άστεγα, μια σημερινή επαναθεώρηση του ρεμπέτικου, μέσω της επιμειξίας του όμως με το πρώιμο στάδιο της jazz που λέγεται ragtime.
* Οι επιμειξίες ανέκαθεν χαρακτήριζαν τη δουλειά σου. Γιατί όμως το ρεμπέτικο ειδικά με το ragtime; Γιατί όχι, για παράδειγμα, με την αμερικανική folk, αφού αυτή με το blues έχει ήδη διερευνηθεί, από τον Παύλο Σιδηρόπουλο και άλλους;
Τα δύο αυτά ιδιώματα ήταν και είναι πολύ αγαπημένα μου και τα έχω συνδέσει με πολύ ακριβές στιγμές και βιώματα. Στην πραγματικότητα, δεν τα «επέλεξα», ενυπήρχαν τόσο έντονα μέσα μου που κάποια στιγμή προέκυψε αυτό το κράμα, εκτονώνοντας, αν θέλεις, και αυτές μου τις εμμονές. Ο δρόμος όμως αυτός δείχνει πολύ ενδιαφέρων και με ιντριγκάρει να ακολουθήσω τα ίχνη του Κοντορεβυθούλη..
* Υπάρχει κάποιου είδους κεντρική ιδέα πίσω από αυτό τον δίσκο, μουσική ή και στιχουργική;
Ναι, σαφώς υπάρχει και μάλιστα συνθέτει ένα νέου τύπου ιδεολόγημα, που θα το περιγράφαμε ως «τα όνειρα του δρόμου». Η πρόθεση δεν είναι να περιγράψουμε τις ζωές των αστέγων, που αναμφίβολα βεβαίως στιγματίζουν την εποχή μας με τον πιο μελανό τρόπο. Ο δίσκος προτείνει μια εναλλακτική προοπτική τού πώς βλέπουμε τα πράγματα, μια επίθεση αισιοδοξίας, θα λέγαμε, ακόμα και αντίδρασης, με τον τρόπο και το όραμα του μποέμ που δεν έχει τίποτα να χάσει. Έχει μόνο να κερδίσει ονειρευόμενος το μέλλον κάθε καινούργιας ημέρας που ξημερώνει, ως μιας πράγματι παρθενικής ημέρας. Πιστεύω ότι έχουμε χάσει αυτήν ακριβώς την αγνότητα περιπλανώμενοι σε e-mails, social media, τράπεζες και υποχρεώσεις, κοιτώντας το δέντρο και χάνοντας το δάσος. Η αισιοδοξία είναι το πρώτο πράγμα που επλήγη από την κρίση και αυτό πρέπει επιτακτικά να ανακτήσουμε.
* Είναι μόνο δική μου εντύπωση ή προσπάθησες συνειδητά οι στίχοι να έχουν μια «παλαιική» αίσθηση;
Αυτή νομίζω ότι οφείλεται στο γεγονός ότι οι δύο εποχές -του ρεμπέτικoυ και η σημερινή- έχουν πολλά κοινά. Όχι, δεν έγινε καμία συνειδητή προσπάθεια από τους στιχουργούς και εμένα, απλώς το μουσικό στίγμα που προτείνουν αυτά τα τραγούδια περιέχει εν πολλοίς αυτή την κατεύθυνση, με αυτή την απόχρωση, παρ' όλο που πιστεύω ότι είναι αρκετά ενχρονισμένη στο σήμερα. Το «Μεταπολιτευτικό», ας πούμε, αποδίδει πολύ πειστικότερα με τη γλώσσα του μάγκα τη σύγχρονή μας παρακμή και τον πιο ακριβή τρόπο τού πώς φτάσαμε ως εδώ, παρακινώντας ίσως και τον καθένα μας να «κοιταχτεί στον καθρέφτη», γιατί μάλλον εκεί βρίσκεται το πρόβλημα.
* Είχες στο μυαλό σου τον Γιώργο Νταλάρα ενώ έγραφες τα τραγούδια ή τον επέλεξες στη συνέχεια; Και στις δυο περιπτώσεις, γιατί αυτόν;
Σε πολλά από τα τραγούδια είχα τον Γιώργο Νταλάρα στο μυαλό μου, ειδικά στα πιο λαϊκά, θεωρώντας τον ιδανικό ερμηνευτή γι' αυτά. Η πραγματικότητα όμως ξεπέρασε τις προσδοκίες, καθώς ο Γιώργος δεν είναι απλώς ένας πολύ καλός τραγουδιστής, αλλά ένας πολύ ενεργός συμμέτοχος στη δημιουργία, συνεισφέροντας ιδέες και προτάσεις, κουβαλώντας όλο το πολύτιμο απόσταγμα της τέχνης του. Η συμμετοχή του λοιπόν ήταν σχεδόν μονόδρομος, αφού, όπως έχει αποδείξει πολλές φορές, κινείται ανάμεσα στα στιλ με μεγάλη ευχέρεια.
* Πιστεύεις ειλικρινά, Νίκο, ότι με αυτό τον δίσκο κάνεις μια συνειδητή προσπάθεια ανανέωσης του λαϊκού μας τραγουδιού ή απλώς είναι μια δουλειά που γούσταρες να κάνεις και την έκανες;
Το δεύτερο, χωρίς αμφιβολία. Και αν θες τη γνώμη μου ευρύτερα στο θέμα, ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι πάντα ειλικρινής και να κάνει ακριβώς αυτό που γουστάρει, όπως το λες. Αν τώρα μέσα στην ειλικρίνειά του αυτή ανανεώνεται και το λαϊκό τραγούδι, τόσο το καλύτερο. Θα ευχόμουν δε, για να σου πω την αλήθεια, όλες οι δισκογραφικές δουλειές να προέκυπταν από αυτήν ακριβώς την ορμέμφυτη ανάγκη των δημιουργών, να βγάλουν από μέσα τους αυτό που δεν γίνεται να μείνει άλλο εκεί.