Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Με μια φωτογραφία δύο θρύλων των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα αναφέρθηκε η τοπική πριμαντόνα της Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης Patricia Racette, ως η οικοδέσποινα της δορυφορικής αναμεταδόσεως (16/01/16, ΜΜΑ 7/2/16), στη μέχρι πρότινος τελευταία από 100ετίας αναβίωση της νεανικής όπερας του Ζωρζ Μπιζέ «Les pêcheurs de perles» από το ιστορικό θέατρο. Με κοστούμια χονδροειδώς παραπεμπτικά σε κάποιας μορφής εξωτισμό αποικιοκρατικής συμβατικότητας, ο τενόρος Ενρίκο Καρούζο και ο βαρύτονος Τζουζέππε Ντε Λούκα ενδεχομένως θα αποτελούσαν τον εφιάλτη ενός σύγχρονου σκηνοθέτη, σηματοδοτούν ωστόσο μιαν Εδέμ φωνητικής αυθεντικότητας για ένα είδος που τού οφείλεται πίστη και προσαρμογή, αν φυσικά στόχος παραμένει η δικαίωσή του. Έστω και μέσα από τις περιπετειώδεις χαράξεις του γραμμοφώνου, Καρούζο και Ντε Λούκα, αν και όχι Γάλλοι, διατρανώνουν ανθεκτικά στον χρόνο ποιότητες εκφοράς που σέβονταν την άρθρωση του κειμένου, τη μελωδική γραμμή, την προσήλωση στην αλήθεια της έστω και απίθανης δραματουργικής περίστασης.
Η διαδοχή μιας παράδοσης, όπως η γαλλική της παρισινής Οπερά - Κομίκ, που παρεμπιπτόντως εξέπνευσε με τη δεκαετία του 1950 λόγω της λυρικής διεθνοποίησης και της αερομεταφοράς των καλλιτεχνών στις παραστάσεις, αγγίχτηκε ξώφαλτσα κατά τη σύντομη συνέντευξη των αρρένων πρωταγωνιστών της νέας αναβίωσης, από τον Ναντίρ της παράστασης, τον τενόρο Matthew Polenzani, που χαρακτήρισε «κουλ» την εμφάνισή του σε λυρικά θέατρα με προκατόχους έναν Φριτς Βούντερλιχ ή έναν Νικολάι Γκέντα! Αντίδραση συναίσθησης άραγε ή απλώς αμηχανίας από έναν καλλιτέχνη που περιβάλλουμε με εκτίμηση, έχοντας μάλιστα απολαύσει μιαν από τις πλέον ατμοσφαιρικές πρόσφατες αναγνώσεις της σερενάτας του Μπέντζαμιν Μπρίττεν με συντελεστή τον ίδιο;
Σε κάθε περίπτωση, η νέα παραγωγή της Μετ, που υπογράφει η μεγαλωμένη στη Λατινική Αμερική Βρετανίδα σκηνοθέτις Penny Woolcock, σε συνέχεια αρχικής της τού έτους 2014 για την English National Opera, προδίδει βιωμένη αντίληψη ενός μετααποικιακού κόσμου. Η Γούλκοκ μεταφέρει την πλοκή από μιαν εικονική Κεϋλάνη του εξωτισμού των καρτ - ποστάλ σε μια σύγχρονη Σρι - Λάνκα, φτωχή, καθυστερημένη και κυριολεκτικά διαβρωμένη (σκηνικό Dick Bird) από τη γραφειοκρατική κυριαρχία οικονομικά ισχυρών πολιτικών που εξαγοράζουν με χρήμα τη λαϊκή υποστήριξη και ευνοούν τον θρησκευτικό φανατισμό ως όπιο των μαζών, ενώ το κεντρικό ερωτικό τρίγωνο παραπέμπει σε «liaisons dangereuses» μιας νεανικής ελίτ, σε σχέσεις των οποίων η κάθαρση θα κοστίσει σε αίμα και δάκρυα στον φτωχό λαό με την πυρπόληση της παραγκούπολής του. Είναι μια οπτική που χρήζει μεν εξοικείωσης, αλλά κερδίζει εν τέλει το στοίχημα της δικαίωσής της στην γ' πράξη, η οποία λειτουργεί όχι μόνον επεξηγηματικά όσων προηγήθηκαν, αλλά και ως όχημα δραματουργικά πειστικής διεξόδου που ισορροπεί ανάμεσα στον ρεαλισμό και στο ρομαντικό πάθος.
Στην ίδια πράξη και στο έντονο ντουέτο ανάμεσα στον Ζουργκά και τη Λεϋλά ήρθαμε αντιμέτωποι με την πλέον ορατή υποκριτική διδασκαλία εκ μέρους της σκηνοθέτιδας, διόλου τυχαία συνδυασμένη με ισχυρή υποστήριξη από τον Μιλανέζο αρχιμουσικό Gianandrea Noseda (*1964). Είναι μια σκηνή όχι πολύ μακριά από εκείνη της δ' πράξης του «Τροβατόρε» (1853), όπου η ηρωίδα προσφέρεται να θυσιαστεί, προκειμένου να καμφθεί ο κυρίαρχος του πεπρωμένου της και χωρίς ανταπόκριση ερωτευμένος μαζί της ισχυρός. Ο παραλληλισμός του Μπιζέ με τον Βέρντι δεν είναι τυχαίος, αφού, όπως ο 25χρονος Γάλλος στους «Αλιείς» (1863), έτσι και ο ώριμος Ιταλός της «Αΐντας» (1871) επινόησαν μουσικά τον εξωτισμό των έργων τους, αποκλειστικά μέσω του αισθησιασμού της ενορχήστρωσης και υποβλητικών «interni» της χορωδίας. Και ακριβώς αυτή τη ρωμανικά αρωματισμένη ατμόσφαιρα είναι που δεν φάνηκε να έχει ιδιοποιηθεί σε βάθος ο Νοζέντα και η διεθνής διανομή των ερμηνευτών του.
Παρά την αδιαμφισβήτητη μουσικότητα, την ασφαλή τεχνική και την πεισματική διεκδίκηση του κειμένου, η υψίφωνος Diana Damrau απέτυχε να εκπέμψει τη σαφήνεια και τη στυλιζαρισμένη αμεσότητα που χαρίζουν στη Λεϋλά Γαλλίδες της παλαιότερης δισκογραφίας, όπως η Κορσικανή Μάρτα Αντζελίτσι υπό τον Αντρέ Κλυτένς ή η επίσης αείμνηστη Ζανίν Μισώ υπό τον Μανυέλ Ροζεντάλ. Αντίστοιχα ισχύουν για τον Ζουργκά του δυναμικού Πολωνού βαρυτόνου Mariusz Kwiecień, που, ως ένα είδος τοπικού Σκάρπια, παραμένει ανιδιωματικός πλάι σ' έναν Μισέλ Ντενς ή έναν Ερνέστ Μπλαν του παρελθόντος, ενώ η αντιπαράσταση του Πολεντσάνι, στην πασίγνωστη ρομάντσα του Ναντίρ, με προκατόχους του όπως ο Ανρί Λεγκαί ή -πιο κοντά σε μας- ο Αλαίν Βαντσό, αποδίδει έλλειμμα βαθυβίωτου πλανταγμού έναντι των τελευταίων γι' αυτό το ακατάβλητο evergreen. Αλλά και ο σύζυγος της Ντάμράου, ο Γάλλος βαθύφωνος Nicolas Testé, δεν κατόρθωσε να εμφυσήσει ταυτότητα στον αρχιερέα Νουραμπάντ, παρεμπιπτόντως έναν Ράμφις manqué, με τον σχεδόν αταβιστικό τρόπο που διέθεταν οι παλιότεροι συμπατριώτες του. Στο τραγούδι, λοιπόν, διεθνισμός - εθνισμός, σημειώσατε αναφανδόν 2!