Εξαιρετικής ομορφιάς αλλά και "μοναδικό για τον τόπο εύρημα", σύμφωνα με το υπουργείο Πολιτισμού, σύνταγμα γλυπτών, μικρού μεγέθους, της Αρτέμιδας και του Απόλλωνα, των οποίων η χρονολόγηση μπορεί να προσδιοριστεί στο β' μισό του 1ου με αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ., έφερε στο φως η συστηματική ανασκαφική έρευνα της Εφορείας Αρχαιοτήτων Χανίων στον αρχαιολογικό χώρο της Άπτερας στα Χανιά, που πραγματοποιείται υπό τη διεύθυνση της επίτιμης αναπληρώτριας προϊσταμένης Βάννας Νινιού - Κινδελή.
Στο σύνταγμα γλυπτών, που με τη βάση έχει συνολικό ύψος περίπου 0,54μ. και χωρίς τη βάση 0,35μ., η Άρτεμις, προστάτιδα θεά της Απτέρας, έχει κατασκευαστεί από χαλκό, ενώ ο αδελφός της Απόλλωνας από μάρμαρο. Η θεά, σε εξαιρετικά καλή κατάσταση διατήρησης, με τα άκρα της σωζόμενα εξ ολοκλήρου, στεκόταν σε περίτεχνη χάλκινη βάση σχήματος κιβωτιδίου. Αποδίδεται με τον κοντό ζωσμένο χιτώνα της, σε έντονο διασκελισμό, έτοιμη να τοξεύσει. Εντυπωσιακή είναι η διατήρηση του ένθετου λευκού υλικού που είχε χρησιμοποιηθεί για την απόδοση της ίριδας των ματιών της.
Πιο λιτός στην απόδοσή του, ο Απόλλωνας έρχεται σε αντίθεση με την εμφατική απεικόνιση της κυρίαρχης στην πόλη, θεάς. Ωστόσο, και το γλυπτό αυτό είναι έργο πολύ καλής εκτέλεσης, με σπάνια διατήρηση της ερυθρής βαφής στο στήριγμά του. Τα γλυπτά εδράζονταν σε μικρό λίθινο βαθμιδωτό βάθρο, στο οποίο είχαν στερεωθεί με μολυβδοχόηση.
Τα δύο έργα γλυπτικής, σύμφωνα με την ανακοίνωση του υπουργείου Πολιτισμού, πιθανότατα είχαν εισαχθεί από καλλιτεχνικά κέντρα εκτός της Κρήτης, προκειμένου να αποτελέσουν -τοποθετημένα σε κόγχη τοίχου- το οικιακό ιερό της ρωμαϊκής πολυτελούς οικίας που κοσμούσαν.