Της Ευγενίας Μπογιάνου
Παραφράζοντας τη γνωστή ρήση του Νίτσε «ό,τι δεν με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό», θα μπορούσαμε να πούμε, στην περίπτωση του ήρωα / αφηγητή στα «Λουκούμια», πως «ό,τι δεν με σκοτώνει με αφήνει ακρωτηριασμένο και ανάπηρο».
Ο Έρικ, ο ήρωας του Γιαν Βόλκερς, όταν χάνει την αγαπημένη του και μαζί όλα αυτά που εκείνη αντιπροσώπευε, αισθάνεται έτσι ακριβώς: ακρωτηριασμένος. Ένα κομμάτι του, εκείνο που μπορούσε να στροβιλίζεται κάτω από την καταρρακτώδη βροχή, με την ανέμελη, ημίγυμνη ερωμένη του δίπλα, κρατώντας ένα ποτήρι κόκκινο κρασί στο χέρι που προλάβαινε να το πιει πριν νερώσει, το πήρε μαζί της η Όλγα.
Ο Βόλκερς, συγκλονισμένος μάλλον και ο ίδιος από την τρικυμιώδη σχέση του με τη δεύτερη γυναίκα του Ανεμαρί Νάουτα, διά στόματος του Έρικ, μιλάει για την Όλγα, «αυτή την κόκκινη διαβολογυναίκα», καταθέτοντας έναν σπαρακτικό ύμνο στον έρωτα, την απώλειά του και τα όσα την ακολουθούν.
Ξεκίνησε ως γλύπτης, όπως γλύπτης είναι και ο ήρωάς του, για να καθιερωθεί ως ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της μεταπολεμικής ολλανδικής λογοτεχνίας. Τα «Λουκούμια», γραμμένα το 1969 -έγιναν ταινία το 1973 από τον Πολ Βερχόφεν γνωρίζοντας τεράστια επιτυχία-, κουβαλάνε το ανατρεπτικό, αντισυμβατικό πνεύμα του Μάη του 1968, καθώς και όλης της δεκαετίας του 1960. Ο ελευθεριακός, παθιασμένος, ζωώδης έρωτας των δύο ηρώων γίνεται σημαία και σύμβολο αντίστασης, κόντρα στον συντηρητισμό και τον καθωσπρεπισμό της εποχής, που όμως τελικά κυριάρχησαν.
Ο έρωτας του Έρικ για την Όλγα ηττάται ακριβώς από αυτές τις δυνάμεις του συντηρητισμού, που στο βιβλίο αντιπροσωπεύει η ραδιούργα μητέρα της Όλγας και που τελικά σαρώνουν τα πάντα και αφήνουν τον ήρωα γυμνό και μόνο, χωρίς ελπίδα, βουτηγμένο στην απελπισία, αυτή που τον σπρώχνει στα κρεβάτια άλλων γυναικών, που καμία όμως δεν είναι εκείνη. «Σε όλες αυτές τις γκόμενες που η τύχη είχε φέρει στο κρεβάτι μου απ' όλα τα σημεία του ορίζοντα έβρισκα μονάχα ένα μικρό κομματάκι απ' αυτήν που ποθούσα τόσο σφόδρα, που λαχταρούσα σαν τρελός» λέει ο Έρικ.
Το βιβλίο, όταν πρωτοκυκλοφόρησε, προκάλεσε σκάνδαλο εξαιτίας της ωμής, καυστικής γλώσσας του -που αποδίδεται με μεγάλη ακρίβεια στα ελληνικά από την έμπειρη μεταφράστρια - και της εμμονής του συγγραφέα με το σεξ. Ο Βόλκερς λέει αυτό που έχει να πει με τον πιο ευθύ και ακριβή τρόπο, χωρίς φιοριτούρες, χωρίς να μασάει τα λόγια του, δίχως υπεκφυγές.
Οι σελίδες του είναι βουτηγμένες στη λαγνεία, οι λέξεις, σαν τα σώματα των ηρώων, σου παραδίδονται δίχως αντιστάσεις, σε ρουφάνε και, εκεί που νομίζεις πως διαβάζεις ένα πορνογράφημα, αντιλαμβάνεσαι πως γίνεσαι μάρτυρας μιας σπαρακτικής ιστορίας, όπου με οδηγό το χιούμορ -μέσω αυτού αναδύεται η τρυφερότητα- και τον σαρκασμό, με πρόζα που είναι λες και ξεπήδησε από τους στίχους του Μπουκόφσκι, με υπόκρουση τζαζ μουσικής να σου χαϊδεύει τα αυτιά, ο συγγραφέας κάνει μια βουτιά στο πιο βαθύ κομμάτι του εαυτού του, το οποίο αιμορραγεί και σπαράζει. Μιλώντας για το χυμώδες σώμα της Όλγας, καταθέτει μια μαρτυρία για τη φύση του έρωτα.
Τα «Λουκούμια» του τίτλου τα συναντάμε μόλις τρεις σελίδες πριν από το τέλος του βιβλίου -σελίδες υποβλητικής, χαμηλόφωνης, σχεδόν ψιθυριστής συγκίνησης-, όταν όλα έχουν πια κριθεί / ηττηθεί και το μόνο που μένει στο στόμα είναι μια γεύση πικρή.
info:
Jan Wolkers «Λουκούμια»
Εκδ. Ποταμός
Μετάφραση: Ινώ Βαν Ντάικ Μπαλτά
Σελ. 240, τιμή: 13.00 ευρώ