Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Η δορυφορική προβολή ανά την υφήλιο της όπερας του Ρίχαρντ Βάγκνερ «Ταγχώυζερ και ο πόλεμος των τραγουδιστών στο Βάρτμπουργκ» (αυτός είναι ο πλήρης τίτλος του έργου) αφύπνισε αναμνήσεις και πυροδότησε συνειρμούς. Πρόκειται εξάλλου για μία από τις πλέον προσιτές δημιουργίες του συνθέτη, αφού η φόρμα υπακούει ακόμη εν πολλοίς στη συνταγή της παράθεσης κλειστών μουσικών ενοτήτων, ενώ η μουσική ανατρέχει στον πηγαίο μελωδισμό του ιταλικού μπελκάντο που επηρέαζε ακόμη την υπό διαμόρφωση ρομαντική γερμανική όπερα τη δεκαετία του 1840. Ακόμη όμως και η -ώς χθες μόλις- θεωρούμενη ως παρωχημένη θεματική της, δηλαδή η λογιζόμενη τότε ως αυτονόητη αντιπαράθεση ανάμεσα στον πλατωνικό και τον σαρκικό έρωτα, μοιάζει, στις εβδομάδες που μεσολάβησαν μέχρι τον σχολιασμό της παράστασης της 31ης /10/2015, να έχει προσλάβει νέα επικαιρότητα, όχι μόνο λόγω της πολιτισμικής καθυστέρησης που υπομιμνήσκει συστηματικά και αποκρουστικά ο ένοπλος ισλαμισμός του ISIS, αλλά και λόγω της ομαδικής προσβολής της γενετήσιας ελευθερίας του γυναικείου φύλου, με βάση παρόμοιες σκοταδιστικές αντιλήψεις, τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς στην Κολωνία, μια από τις ανέκαθεν πλέον ανοιχτές πόλεις της Ευρώπης, όπως είχαμε την τύχη να βιώσουμε για πέντε χρόνια τη δεκαετία του 1980.
Σε ένα προάστιό της εξάλλου είχαμε παραδοθεί, μέσω ραδιοφωνικής αναμετάδοσης από το Φεστιβάλ Μπάυρώιτ, στη συναρπαστική ανάγνωση του Ιταλού μαέστρου Τζουζέππε Σινόπολι, η οποία, εν έτει 1985, συνδυαζόταν με τον θρίαμβο δύο ελάχιστα οικείων Αμερικανών πρωταγωνιστών στους κύριους ρόλους, της ανατριχιαστικά παρθενικής και κρυστάλλινης Cheryl Studer, που έμελλε να κυριαρχήσει στη δισκογραφία της επόμενης δεκαετίας, ως Ελισάβετ στη θέση της Γκαμπριέλα Μπενάτσκοβα που δείλιασε, και του -ήδη 53χρονου τότε- τενόρου Richard Versalle που, μετά από σταδιοδρομία σε μεσαία θέατρα της Γερμανίας, εκλήθη κυριολεκτικά την τελευταία ώρα να αντικαταστήσει τον Ρενέ Κόλλο, που επίσης ακύρωσε τη συμμετοχή του. Μέχρι το 1989 ο Βερζάλ κράτησε αξιοπρεπώς τον ρόλο, αν και διένυε ήδη την έκτη δεκαετία της ζωής του. Ειρωνεία; Η δημοσιότητα οδήγησε στο όψιμο ενδιαφέρον της Μετ, όπου ο τενόρος έμελλε να αφήσει την τελευταία του πνοή στις 5 Ιανουαρίου 1996 στη διάρκεια παράστασης της όπερας του Γιανάτσεκ «Υπόθεση Μακρόπουλος», από καρδιακή προσβολή και τραγουδώντας σιβυλλικά «τόσο μόνο μπορείς να ζήσεις»...
Με την ανάκληση, όμως, εκ μέρους της Μετ, της «ορθόδοξης» και ψιλοδουλεμένης παραγωγής (1978) του Βιεννέζου «μύθου» Otto Schenk (*1930), με τα μεγαλόπρεπα σκηνικά εποχής του αείμνηστου Guenther Schneider - Siemssen (+2.06.2015) και τα ιστορικής ακρίβειας πολυποίκιλα κοστούμια της Patricia Zipprodt (1925 - 1999) ήρθαμε αντιμέτωποι με την προ 20ετίας διά ζώσης παρακολούθηση της ίδιας, κατά σύμπτωση μάλιστα με μια ήδη δύουσα υπό το βάρος τονικών επισφαλειών Στιούντερ ως Ελισάβετ, στον αντίποδα της μυώδους εκφοράς της Eva - Maria Westbroek που ενσάρκωσε ως Αγία Ελισάβετ τη σφύζουσα υγείας και ευρωστίας Γερμανίδα παρθένα των ονείρων του Βάγκνερ. Η αναβάπτιση της γνωριμίας με την παραγωγή ανανέωσε και τον θαυμασμό μας για μια παρουσίαση που συμβάλλει στην εξύψωση της όπερας ως παραστατικού είδους και ερεθίζει ευεργετικά την όραση και τη διάνοια εστιάζοντας στην εμβέλεια της αεί πρωτεύουσας μουσικής. Στο πλαίσιό της, λοιπόν, ο εύσωμος Χάινριχ Ταγχώυζερ του Νοτιοαφρικανού Johan Botha ενισχύθηκε οπτικά, ώστε να λάμψει ανενόχλητη η λυρική διάσταση της δυσεύρετης δραματικής αντοχής της τενορικής του δήλωσης. Έτερος πόλος ενδιαφέροντος στη Μετ υπήρξεν ο μέχρι κεραίας εντελής Βόλφραμ του γοητευτικού βαρυτόνου Peter Mattei: Άρθρωση, φραζάρισμα, έλεγχος αναπνοής, μουσικότητα και ένα άγγιγμα ηχοχρωματικού ιδεαλισμού ενίσχυσαν καθοριστικά την ποιητική ιδιοσυγκρασία του χαρακτήρα. Έχουμε θαυμάσει τον βαθύφωνο Günther Groissböck ως άρχοντα της Θουριγγίας Χέρμαν στο Φέστσπηλχάουζ του Μπαϋρώιτ, όπου η φωνή του Αυστριακού basso cantante προβάλλεται ιδεωδώς στον χώρο, δυνατότητα που προφανώς παρέχεται περιορισμένα από το αχανές της Μετ. Η αιχμηρή απόδοση της Αμερικανίδας μεσοφώνου Michelle DeYoung ως Αφροδίτης λησμονείται μέχρι την πρόσκαιρη επιστροφή της στο φινάλε εν όψει της έμπειρης κυριαρχίας και της συγκλονιστικής ωριμότητας της μουσικής διεύθυνσης ενός έστω και καθηλωμένου James Levine επικεφαλής της υπέροχης χορωδίας και ορχήστρας της Μετ, ολότελα δικής του για τέσσερις δεκαετίες. Ο τρόπος που δόμησε το φινάλε της β' πράξης, η ένταση προετοιμασίας των δευτερευόντων χαρακτήρων και η υψιπετής κλιμάκωση της σκηνής αυτής δικαίωσαν αντιπροσωπευτικά την αμφιλεγόμενη δραματουργική ιδιοφυΐα του ποιητή Βάγκνερ, άθλος διόλου αμελητέος...