Live τώρα    
Bowie: "Πρίγκιπας" στις μυθολογίες του ροκ
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Bowie: "Πρίγκιπας" στις μυθολογίες του ροκ

ΤΟΥ ΘΑΝΟΥ ΜΑΝΤΖΑΝΑ

Ήταν η προσωπικότητα του Bowie που τον έκανε να υπερβεί τόσο πολύ τον εαυτό του και τις αρχικές δυνατότητές του και σ' αυτό ακριβώς έγκειται το μεγαλείο του, όπως ακριβώς συνέβη και με τους Beatles και ιδιαίτερα με τον John Lennon. Και όπως αυτός, όπως και κάθε δημιουργός που δεν ανήκει στην εκλεκτή μειοψηφία των «πεφωτισμένων» -η λέξη δίχως την παραμικρή ειρωνική χροιά- έναν μόνο τρόπο είχε για να το κάνει, πάρα πολλή σκέψη και πάρα πολύ μόχθο για να την υλοποιήσει.

«Αλλαγές»

«Αλλαγές / Γύρνα και αντιμετώπισε το παράξενο» τραγούδησε στο «Changes», εναρκτήριο κομμάτι του «Hunky Dory» του 1971. Ποιο να είναι αυτό το «παράξενο» που πρέπει να γυρίσει κανείς για να αντιμετωπίσει; Εκτίμησή μου είναι ότι, για εκείνον τουλάχιστον, δεν ήταν παρά ο ίδιος ο εαυτός του, μια επίμονη, επίπονη και πολύχρονη ενδοσκόπηση. Στο πλαίσιο της μετήλθε, εξερευνώντας, τα πολλά πρόσωπα που, όπως, καθένας μας, είχε μέσα του. Κατά την άποψή μου οι διαδοχικές περσόνες του δεν ήταν τόσο ρόλοι που έπαιζε όσο προβολές των διαφορετικών πλευρών του.

Πολύ περισσότερο διαφορετικών, βέβαια, ομολογουμένως από κάθε άλλον... Από τον Major Tom, τον κεντρικό χαρακτήρα του πρώτου μεγάλου τραγουδιού του, του «Space Oddity» του '69, ενός σχεδόν παιδικού στην αθωότητά του φουτουριστικού παραμυθιού που ταλαντεύεται ανάμεσα στην αισιοδοξία την οποία ενέπνεε στην ανθρωπότητα η επικείμενη κατάκτηση της Σελήνης αλλά και το ζωντανό ακόμα πνεύμα του χιπισμού και την απαισιοδοξία της ταινίας «Η Οδύσσεια του διαστήματος», από την οποία σαφέστατα είχε επηρεαστεί και όχι μόνο ως προς τον τίτλο, ο οποίος χάνεται στο διάστημα, χωρίς να διευκρινιστεί αν αυτό συμβαίνει ακουσίως ή εκουσίως στο νιτσεϊκών «αποχρώσεων» "Man Who Sold The World" του ομότιτλου τραγουδιού και album του '70 και στη συνέχεια στον εξωγήινο, που όμως γίνεται, τι άλλο, rock star Ziggy Stardust (που έδωσε τον τίτλο στον αριστουργηματικό δίσκο του '72). Και γι' αυτό ίσως η αλαζονεία του τον οδηγεί στην αυτοκαταστροφή, έτσι ώστε να έρθει ο Γνωστικός Αλαντίν («Aladdin Sane», 1973) - ή μήπως ο Τρελός Άλαν (Alan D' Insane);

Διαμέσου παραπλανημένων επαναστατών («Rebel Rebel») και διαφόρων φρικτών πλασμάτων που στοιχειώνουν τη βαθύτατα επηρεασμένη από το «1984» του Τζορτζ Όργουελ εφιαλτική δυστοπία του «Diamond Dogs» του '74, πέρασε στον Λεπτό Λευκό Δούκα (που «ρίχνει βέλη στα μάτια των εραστών» για να τους αναγκάσει να τα ανοίξουν άραγε;) του ομότιτλου τραγουδιού του «Station To Station» του '76 και σε αυτόν τον αριστοκρατικό δανδή, που ευεργετεί εκ του μακρόθεν οι περσόνες σταμάτησαν. Είχαν πλέον εκπληρώσει τον λόγο της ύπαρξης τους ή απλά είχαν πλέον διερευνηθεί όλες.

Δεν θα μπορούσαν άλλωστε να υπάρχουν στην «τριλογία του Βερολίνου», στην οποία παρεπιδημούν ο ίδιος πια ο David Bowie και άλλες φιγούρες που παλεύουν με τους προσωπικούς τους δαίμονες στο κέντρο της Ευρώπης, στη διχασμένη ακόμα τότε Γερμανία πόσο συμβολικό αλήθεια για τη Γηραιά Ήπειρο, η οποία μετασχηματιζόταν περνώντας από το πρόσφατο ακόμα ψυχροπολεμικό παρελθόν της στη νέα πραγματικότητα της Ε.Ε. η οποία λίγο - πολύ συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η συνολικά αποστασιοποιημένη φύση των τριών αυτών δίσκων τού έδωσε μάλλον την ευκαιρία να αναλύσει και να επανεκτιμήσει αυτές τις περσόνες του έτσι ώστε να επιστρέψει με μια ταυτολογική αναφορά στο «Ashes To Ashes» (όχι το καλύτερο μεν, αυτό ήταν το ομότιτλο, αλλά σίγουρα το κομβικό τραγούδι του «Scary Monsters» του '80) στην πρώτη από αυτές, τον Major Tom, δείχνοντας τι ήταν στην πραγματικότητα ο ρομαντικός αστροναύτης:

Χους ην και εις χουν απελεύσει, από το funk στο funky

Όλοι ξέρουμε ότι ο Major Tom είναι πρεζάκι

Κολλημένος σε ένα χάι του παραδείσου

Κατρακυλάει στο χειρότερο ναδίρ...

Υπήρξε μόνο ένα σχεδόν αστραπιαίο πέρασμα μιας ακόμα περσόνας, το Διαστημόπαιδο του «Hello Spaceboy» από το «Outside» του '95, που όμως ήταν περισσότερο ένα χιουμοριστικό αλλά και απολαυστικό κλείσιμο ματιού στο παρελθόν του, με τη σύμπραξη των Pet Shop Boys να επιτείνει ακόμα περισσότερο αυτή την αίσθηση.

«Ροκ εν ρολ αυτοκτονία»

Με τον πρώτο στίχο του «Rock ‘N' Roll Suicide», καταληκτικού τραγουδιού του «The Rise And Fall Of Ziggy Stardust And The Spiders From Mars», συνειδητά ή μη, ο David Bowie καθόρισε τη σχέση του με τον μεγαλύτερο εχθρό καθενός και γι' αυτό και ένα πολύ μεγάλο εγγενές πρόβλημα όλων των δημιουργών, τον πανδαμάτορα χρόνο, δηλαδή το εφήμερο της ύπαρξης: «Ο χρόνος παίρνει ένα τσιγάρο / Και το βάζει στο στόμα του»... Στην πράξη, εκστομίζοντας αυτές τις λέξεις, διακήρυττε την απόφασή του να μην αποτελέσει μια ακόμα «ροκ εν ρολ αυτοκτονία», βιολογικά αλλά και πνευματικά, όπως τόσοι πολλοί άλλοι.

Γνωρίζοντας φυσικά ότι αδυνατούσε να νικήσει τον χρόνο, αλλά τον... εξαπάτησε κάνοντάς τον φίλο του. Και το πέτυχε επί της ουσίας αντιστρέφοντας το αιώνιο κλισέ του rock ‘n' roll που πρέσβευαν άνθρωποι, όπως ο επίσης πρόσφατα αποβιώσας Lemmy, «ζήσε κάθε ημέρα σαν να είναι η τελευταία».

Ο Bowie αντίθετα ζούσε σαν κάθε ημέρα να είναι «η πρώτη του υπολοίπου της ζωής του», ανακαλύπτοντας καθημερινά εξαρχής τον κόσμο γύρω του αλλά και τον ίδιο τον εαυτό του με την ακόρεστη δίψα μικρού παιδιού. Συνέπεια αυτής της διαδικασίας ήταν το ότι δοκίμασε πρώτος, ή έστω ήταν ανάμεσα στους πρωτοπόρους τόσων πολλών ιδιωμάτων, glam rock, art rock, blue eyed soul, «μηχανικό» funk, electronica, πειραματικές τάσεις, νευρώδες κιθαριστικό rock με τους Tin Machine για να θυμηθεί πως ήταν να είσαι μέλος συγκροτήματος, αλλά πάντα παράλληλα φυσικά με ποπ, ατελείωτη ποπ αισθητική όλων των εκφάνσεων και συχνά με παιγνιώδη διάθεση και μερικές φορές με τη μεγάλη «κρυφή» αγάπη του, την jazz, να υποφώσκει στο βάθος.

Δεν έπαυε βέβαια να παρακολουθεί τον ύπουλο αντίπαλο («Time Will Crawl» από το «Never Let Me Down» του '87), αλλά συνέχισε να τον ξεγελάει μέχρι που έκλεισε στο τελευταίο του αριστούργημα, το εσωστρεφές, σχεδόν ερμητικό, αλλά καθόλου... κλειστοφοβικό «Heathen» του '02, έναν χρόνο δηλαδή μετά τους Διδύμους Πύργους, όλες τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς του για έναν νέο αιώνα που ανέτειλε σκοτεινότερος από το τέλος του προηγουμένου, συμπληρώνοντάς το έναν χρόνο μετά με ακόμα μια δόση πραγματικότητας («Reality»).

Και όταν πλέον ένιωσε ότι πλησίαζε η στιγμή για την αναπόφευκτη τελική νίκη του χρόνου, του έβγαλε κοροϊδευτικά τη γλώσσα για ακόμα μια φορά, φιλοτεχνώντας με όλη την άνεση και την αξιοσύνη του μεγάλου, του αξεπέραστου μάστορα ένα κομψό παλίμψηστο όλης της πρώτης περιόδου του, αυτής με της περσόνες. Παρατηρώντας τον τίτλο «Darkstar», ακόμα μια αναφορά στο διάστημα, όπως και εκείνη με την οποία έγινε γνωστός, δεν μπορώ να μη χαμογελάσω στη σκέψη ότι τελικά είναι σαν να τα σχεδίασε όλα. Εισήλθε στον κόσμο μας από το σύμπαν που υπήρχε στο μυαλό του, το υλοποίησε για τον εαυτό του και όποιον άλλο ήθελε να κατοικήσει σε αυτό και αποχώρησε έτσι όπως ήρθε, επιστρέφοντας στο δικό του, «μυστικό σύμπαν» και αφήνοντάς μας με την απορία αν ταυτιζόταν με αυτό που αντιλαμβανόμαστε όλοι ως τέτοιο ή ήταν κάποιο άλλο που μόνο εκείνος γνώριζε. Δύσκολα λοιπόν βρίσκεται πιο κατάλληλος, πιο ταιριαστός αποχαιρετισμός από αυτό που τραγούδησε ο ίδιος στο «Space Oddity», αλλά με τη γνώση πλέον μιας ολόκληρης ζωής και την εμπειρία μιας τεράστιας σε εύρος και απίστευτα μακρινής σε απόσταση διαδρομής που φρόντισε να μας κοινωνήσει:

Ground Control to Major Tom

Commencing countdown, engines on

Check ignition and may God's love be with you

Ten, Nine, Eight, Seven, Six, Five, Four, Three, Two, One, Liftoff...

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0