Live τώρα    
"Η σιωπηλή δολοφόνος", ένα κινηματογραφικό κομψοτέχνημα / Χου Χσιάο - Χσιέν: "Στην κινεζική παράδοση η αφήγηση είναι πιο κοντά στην ποίηση"
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

"Η σιωπηλή δολοφόνος", ένα κινηματογραφικό κομψοτέχνημα / Χου Χσιάο - Χσιέν: "Στην κινεζική παράδοση η αφήγηση είναι πιο κοντά στην ποίηση"

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΤΕΡΖΗ

Στην αρχαία Κίνα ο Κομφούκιος έλεγε πως οι άνθρωποι θα έπρεπε να ασκούνται εξίσου στις τέχνες του λόγου και του πολέμου... Αισθάνεσαι πως αυτό το αξίωμα είχε κατά νου ο σκηνοθέτης Χου Χσιάο - Χσιέν από την Ταϊβάν, όταν σκηνοθετούσε σιωπηλή το εκπληκτικό κινηματογραφικό κομψοτέχνημα «Η δολοφόνος», ταινία εποχής, αποτέλεσμα σχεδόν είκοσι πέντε χρόνων προετοιμασίας και πέντε χρόνων γυρισμάτων (προβάλλεται ήδη στις αίθουσες, και στην Ελλάδα). Η ταινία εντυπωσίασε στο τελευταίο Φεστιβάλ των Καννών τον περασμένο Μάιο, αποσπώντας τελικά το βραβείο σκηνοθεσίας.

Η υπόθεση αναφέρεται στον 8ο αιώνα, στα χρόνια της δυναστείας των Τανγκ, που θεωρείται η «χρυσή» περίοδος για την κινεζική λογοτεχνία και τέχνη. Ένα νεαρό κορίτσι, η Γινγιάνγκ, απήχθη σε μικρή ηλικία και εκπαιδεύτηκε από μια μοναχή στις πολεμικές τέχνες με σκοπό να τις ασκεί για να εκτελεί τους διεφθαρμένους άρχοντες... Η ηρωίδα (την υποδύεται η Σου Κι) είναι όμορφη, πάντα σιωπηλή, και, φυσικά, δεινός εκτελεστής...

Η πιο δύσκολη αποστολή της, ωστόσο, θα είναι όταν της αναθέτουν να σκοτώσει τον άρχοντα εξάδελφό της, με τον οποίο, όταν ήταν μικρή, επρόκειτο να παντρευτεί... Τότε, έρχεται αντιμέτωπη με ένα μεγάλο δίλημμα, αν θα εκτελέσει την αποστολή της ή θα επιτρέψει να ξαναζωντανέψουν μέσα της τα συναισθήματά της γι' αυτόν τον ανεκπλήρωτο έρωτα...

Πρόκειται για μια ταραγμένη περίοδο της κινεζικής Ιστορίας, λίγο πριν από την τελική κατάρρευση της δυναστείας Τανγκ, έπειτα από εξεγέρσεις τοπικών ηγετών.

Ο σκηνοθέτης δουλεύει με τους νεκρούς χρόνους, τα εξαντλητικά προσεγμένα «ταμπλό» του σε μεταφέρουν στον χρόνο... Εκπληκτική δουλειά στις "λεπτομέρειες", στα σκηνικά, τα κοστούμια, στις εξαντλητικά δουλεμένες χρωματικές διαβαθμίσεις, τις φωτοσκιάσεις, στους ήχους, που εκτείνονται μέχρι το θρόισμα ενός φορέματος όλα σου υποβάλλουν ένα ταξίδι μέσα στον χρόνο... Ο περφιεξιονισμός του σκηνοθέτη τον οδήγησε μέχρι το σημείο να υιοθετήσει για την ταινία τη γλώσσα της εποχής, τα μεσαιωνικά κινεζικά, εντελώς ακατανόητα για τους σύγχρονους Κινέζους, που θα πρέπει να βασιστούν σε υπότιτλους...

«Η δυτική λογοτεχνία δίνει μεγάλη έμφαση στην αφήγηση, αλλά δεν ισχύει το ίδιο για τα κινεζικά μυθιστορήματα» λέει ο Χου Χσιάο - Χσιέν, απαντώντας προκαταβολικά στις κατηγορίες περί φορμαλισμού. «Στην κινεζική λογοτεχνική παράδοση το αφηγηματικό πλαίσιο είναι πιο κοντά στην ποίηση. Δεν διηγείται ακριβώς μια ιστορία, ταυτόχρονα εκφράζει συναισθήματα».

H ταινία εντάσσεται τυπικά στο κινηματογραφικό είδος που οι Κινέζοι αποκαλούν wuxia (γου - σιά). Σε μια πρώτη ερμηνεία, ο όρος αναφέρεται στον "ήρωα" των πολεμικών τεχνών. Αρχικά αφορούσε το αντίστοιχο λογοτεχνικό είδος, αλλά σταδιακά επεκτάθηκε καλύπτοντας και την όπερα, τον κινηματογράφο, ακόμη και τα video games στα πιο πρόσφατα χρόνια. Στον κινηματογράφο, το είδος wuxia γεννήθηκε στο Χονγκ Κονγκ, τη δεκαετία του '60, στα στούντιο των θρυλικών αδελφών Shaw, συγκεράζοντας στοιχεία από τα ακροβατικά της Όπερας του Πεκίνου, τις γιαπωνέζικες ταινίες με σαμουράι ή ακόμη και από τα σπαγγέτι γουέστερν που έρχονταν από την Ευρώπη.

Ο Χου Χσιάο - Χσιέν χαρτογραφεί το πώς "γεννήθηκε" μέσα του η ταινία: «Έμαθα και αγάπησα τις ιστορίες της δυναστείας των Τανγκ την εποχή που σπούδαζα κι ονειρευόμουν για πολλά χρόνια να τις μεταφέρω στον κινηματογράφο. Χρειαζόμουν, όμως, κάτι περισσότερο για την ταινία και πέρασα πολύ χρόνο μελετώντας το πώς ζούσαν οι άνθρωποι αυτής της περιόδου, πώς έτρωγαν, πώς ντύνονταν κ.λπ. Έδωσα πολύ μεγάλη προσοχή στις λεπτομέρειες. Ναι, μπορούμε να πούμε πως η ταινία ανήκει στο είδος wuxia. Το κινεζικό σινεμά έχει συνδεθεί με αυτό το είδος για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά για μένα ήταν, κυρίως, ένα μακρύ ταξίδι προς την ωριμότητα. Από τότε που ήμουν παιδί στην Ταϊβάν, τη δεκαετία του '50, λάτρευα τη λογοτεχνία του φανταστικού, τα wuxia μυθιστορήματα αλλά και τις ιστορίες ξένων συγγραφέων, του Ιουλίου Βερν για παράδειγμα. Φυσικά, υπήρχαν και οι wuxia ταινίες από το Χονγκ Κονγκ, που στη Δύση ονομάζονται ταινίες κουνγκ - φου. Αλλά εμένα δεν μου ταιριάζει να εμφανίζω στην οθόνη μαχητές που πετάνε ή κάνουν πιρουέτες στον αέρα... Προτιμώ τα πόδια μου να είναι στο έδαφος... Κι έπειτα, έπρεπε να σκεφτώ και τους ηθοποιούς μου. Ακόμη και με όλα τα μέτρα ασφαλείας, αυτές οι σκηνές είναι βίαιες.

Η Σου Κι τελείωνε κάθε σκηνή μάχης με μελανιές στο σώμα της. Σίγουρα έχω επηρεαστεί από τις γιαπωνέζικες ταινίες σαμουράι του Κουροσάβα, όπου σημασία έχει ο τρόπος ζωής του σαμουράι, η φιλοσοφία του, παρά οι ίδιες οι σκηνές δράσης. Είναι απλώς το μέσο για τον σκοπό. Αν θα μπορούσα να παρομοιάσω μια ταινία με έναν ποταμό, ή, ακόμη καλύτερα, με έναν χείμαρρο, τότε πρέπει να πω ότι αυτό που με ενδιαφέρει είναι η πορεία που παίρνει, οι παρακάμψεις που κάνει, από πού πηγάζει και πού καταλήγει. Για μένα ο θεατής είναι κάποιος που κάθεται στην όχθη του χειμάρρου, που βλέπει την αναταραχή που προκαλεί η κίνηση, αλλά και τις στιγμές ηρεμίας...».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0