Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Τα τελευταία χρόνια το Φεστιβάλ Αθηνών έχει συρρικνώσει τον αριθμό των μουσικών εκδηλώσεων που παραδοσιακά αποτελούσαν μιαν ιδιαίτερη πτυχή του ενδιαφέροντός του για τους Αθηναίους. Μόνον οι παλαιότεροι πλέον ανακαλούν το κοινωνικό élan που συνόδευε τις εμφανίσεις μεγάλων ορχηστρικών σχηματισμών, συχνά υπό την μπαγκέτα εν τω μεταξύ μυθικών αρχιμουσικών και με τη σύμπραξη εξίσου θεοποιημένων σολίστ. Και μόνον οι έτι παλαιότεροι εξ αυτών των παλαιοτέρων ενθυμούνται ακόμη τα χαρακτηριστικά μικρόφωνα του τότε Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας να αναμεταδίδουν τα γεγονότα από το νεαρό, αγνό και πράγματι ανταποκρινόμενο στην αποστολή του Γ' Πρόγραμμα. Η οικονομική κρίση της τελευταίας πενταετίας συνετέλεσε ώστε η συρρίκνωση του Φεστιβάλ να πραγματοποιηθεί διακριτικά, με πρόχειρο και προφανές το «φύλλον συκής» της δικαιολόγησής της. Δεν ήταν εξάλλου τυχαίο ότι εξ αρχής ελάχιστα υπήρξαν τα μουσικά δρώμενα που επιδιώξαμε να παρακολουθήσουμε αυτό το καλοκαίρι και ήδη η δραματική κλιμάκωση της οικονομικής μας πραγματικότητας οδήγησε σε περαιτέρω ακυρώσεις εκδηλώσεων της κατηγορίας αυτής.
Αν προσμετρήσει κάποιος στους προβληματικούς παράγοντες και την αψήφιστη διάχυση των παραστάσεων αυτών σε χώρους αιρετικούς και δυσπρόσιτους, απομένει μικρό παρηγορητικό, αλλά μολαταύτα ουσιαστικό ευτύχημα η επαφή με ορισμένες επιδόσεις εγχώριων, κυρίως, καλλιτεχνών, που, ώ του θαύματος, εξακολουθούν να επιτυγχάνουν αποτελέσματα μιας ποιότητας εξαγώγιμης και στο διεθνές περιβάλλον. Ένας από αυτούς είναι και ο τσεμπαλίστας Μάρκελλος Χρυσικό[πουλο]ς, ηγήτορας του συγκροτήματος Latinitas Nostra, με περικεκομμένο το εντός αγκυλών τμήμα του επωνύμου του για τις διεθνείς του υποχρεώσεις. Μουσικός με έκδηλη ροπή στον αισθησιασμό, ο δεξιοτέχνης με την άτακτη κόμη και το αιχμηρό βλέμμα παραμένει ισχυρά καταχωρημένος στην ανάμνησή μας με μια βαγκνερικής αγωγικής ευρύτητας παραγωγή της όπερας του Μοντεβέρντι Η Στέψη της Ποππαίας, στην τολμηρή σκηνοθεσία της Αποστολίας Παπαδαμάκη για το Φεστιβάλ Αθηνών 2011, που είχαμε απολαύσει στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ωνασείου (6 & 7/07). Και μόνον η κατά την άποψή μας σκανδαλιστικής τόλμης για δημόσιο έντυπο συνέντευξή του στο περιοδικό του Φεστιβάλ «ΕΦ» μάς είχε αποτρέψει τότε από τον σχολιασμό του γεγονότος.
Με τα δεδομένα αυτά και σε συνέχεια μιας αξιόλογης αφήγησης των Κατά Ιωάννην Παθών του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ (14/04/2014, βλ. "Αυγή" 17.08.2014), είναι προφανές ότι αντιμετωπίσαμε με ενδιαφέρον την ανακοίνωση μιας Σαλώμης σε συνεργασία του Χρυσικόπουλου και των μουσικών του με τον γνωστό μας από την πρόζα Νίκο Καραθάνο ως σκηνοθέτη και μάλιστα σε έναν αμιγώς θεατρικό χώρο, όπως το «Θέατρο Τέχνης» της οδού Φρυνίχου στην Πλάκα. Τι θα ήταν όμως αυτό που ετοίμαζαν οι δύο προβεβλημένοι συντελεστές, μια ευθεία παρουσίαση λυρικού έργου ή ένα προεχόντως θεατρικό event διανθισμένο με μουσική; Το αίνιγμα έλαβε την απάντησή του, αφού η παράσταση είχε ξεκινήσει και με ανακούφιση αντιληφθήκαμε ότι η ανύπαρκτη στις πηγές μας Σαλώμη του Alessandro Stradella (1639 - 1682) δεν ήταν άλλη από μιαν -ενδεχομένως πιο ελκυστική για το αθηναϊκό κοινό- μετονομασία του γνωστού ορατορίου «San Giovanni Battista» (Άγιος Ιωάννης Βαπτιστής, Ρώμη 1675) του Ιταλού συνθέτη με την περιπετειώδη ζωή και την υψηλή μουσική ευφυΐα.
Όπως ο Χόφμαν, μια όντως σφαιρική ιδιοφυΐα, έτσι και ο καλλίφωνος συνθέτης Στραντέλλα είναι γνωστός στο ευρύτερο κοινό του λόγιου μουσικού είδους στη βάση ενός ιστορικού απόηχου ουσιαστικά άσχετου με την ουσία της καλλιτεχνικής προσφοράς του. Ομοίως με τον Ε.Τ.Α. Χόφμαν ο Αλεσσάντρο Στραντέλλα αποτέλεσε κεντρικό ήρωα λυρικών έργων, και μάλιστα όχι μόνον της ομώνυμης romantische Oper (Αμβούργο 1844) του Friedrich von Flotow, συνθέτη της κάποτε πολύ δημοφιλούς Martha, ή της νεανικής απόπειρας στο μελοδραματικό genre του μόλις 15χρονου César Franck (Stradella, Παρίσι 1837), που αναβίωσε για πρώτη φορά σε σύγχρονους καιρούς στα 2012 στo Βασιλικό Θέατρο της βελγικής Λιέγης, αλλά και άλλων, από τη γραφίδα λησμονημένων σήμερα ομοτέχνων τους, όπως ο Virginio Marchi (Il cantore di Venezia,1835), ο Louis Niedermeyer (Stradella, 1837) και ο Vincenzo Moscuzza (Stradella il trovatore, 1850)...