Live τώρα    
Mάρκους Λούπερτζ / Mάρκους Λούπερτζ: Ο τραχύς φυγάς
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Mάρκους Λούπερτζ / Mάρκους Λούπερτζ: Ο τραχύς φυγάς

Του Χριστόφορου Κατσαδιώτη*

Το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, στο Παρίσι, τιμά τον Λούπερτζ, έναν από τους σπουδαιότερους σύγχρονους καλλιτέχνες της ευρωπαϊκής σκηνής, διοργανώνοντας την αναδρομική του έκθεση με 140 έργα.

Το χαρακτηριστικό στοιχείο της ζωγραφικής του Λούπερτζ είναι η αυθεντικότητά του και η ικανότητά του να εκφράζει την ανεξέλεγκτη φαντασία του σε τεράστιες επιφάνειες. Είναι φανερό, σε κάθε του έργο, ότι έρχεται αντιμέτωπος με τις εσωτερικές αναζητήσεις του, όπως «τι είναι τέχνη» και «ποιος ο ρόλος του καλλιτέχνη». Με τον τρόπο του, ο Λούπερτζ κάνει αναδρομή στην ιστορία της μοντέρνας τέχνης.

Οι πρώτες του ζωγραφικές επιρροές είναι από τους Ρενουάρ, Πικάσο, Ματίς, αλλά και από τον αμερικάνικο αφαιρετικό εξπρεσιονισμό. Γεννημένος το 1941, είναι ο πρώτος Γερμανός που έσπασε το ταμπού μέσα στη χώρα του και ζωγράφισε θέματα σχετικά με τους ναζί. Ο Λούπερτζ εργάστηκε κυρίως στο Βερολίνο, έγινε καθηγητής στις Ακαδημίες Καλών Τεχνών στην Καρλσρούη και στο Ντίσελντορφ και είχε το δικό του εικαστικό περιοδικό «Γυναίκα και Σκύλος».

Συνοδοιπόρος εικαστικά με τους Α. Ρ. Πενκ, Τζώρτζ Μπάζελιτς και Γιόργκ Ίμεντορφ, προσπάθησε, στη διάρκεια όλης της πορείας του, να αγγίζει τα όρια στην τέχνη. Προφανώς είναι έτσι και στην προσωπική του ζωή. Φωτογραφίες στους τοίχους, μας δείχνουν ένα δυναμικό άντρα, εκκεντρικό, παράλληλα ευαίσθητο, έτοιμο να «εκραγεί», ιδιαίτερα όταν ήταν στα νιάτα του. Στοιχεία του χαρακτήρα του, που τα μετέφρασε σε σχέδιο, χρώμα, μέγεθος και χειρονομία στην πινελιά.

Ο Λούπερτζ είναι αχόρταγος, υπερβάλει σε όλα του. Τολμά, επίσης, να αναμετρηθεί και με τον μπρούτζο. Σε όλη την έκθεση, υπάρχει ο διάλογος μεταξύ γλυπτικής και ζωγραφικής, παρελθόντος και παρόντος. Τεράστια γλυπτά, με χοντροκαμωμένα χαρακτηριστικά, μυώδη σώματα, «δουλεμένα» στον χρόνο και τα οποία, σε κάποια σημεία, τα χρωματίζει κιόλας. Όλα είναι ευγενικά και, συγχρόνως, άτσαλα. Ωσάν ο καλλιτέχνης να μην μπορεί να συγκρατηθεί. Σαν το αγρίμι, που μόλις βγήκε από τη σπηλιά του. Όμως πίσω από όλα αυτά κρύβεται ένας ποιητής...

Η έκθεση ξεκινάει από τα πρώτα του έργα, στη δεκαετία του ΄60, με πελώρια γερμανικά κράνη, ζωγραφισμένα σε καμβά και σκηνές πολέμου, με τον δικό του μοναδικό, νέο-εξπρεσιονιστικό τρόπο, και φτάνει μέχρι το 1985. Επίσης, ζωγραφίζει τεράστιες παλέτες, μουσικά όργανα και εύφορα εδάφη, δίνοντας μιαν άλλη εικαστική, ακραία εκδοχή. Στη συνέχεια, κάνει στροφή σε μυθολογικές φιγούρες, δανειζόμενος τεχνικά στοιχεία των κορυφαίων ζωγράφων Πουσέν, Γκόγια και Κουρμπέ. Κάνει λόγο για «διθυραμβική ζωγραφική», παίρνει κάποια λεπτομέρεια μιας φόρμας και τη μεγεθύνει. Αφήνει τον θεατή να διακρίνει την πλαστικότητα και τα έργα του αποκτούν, με αυτόν τον τρόπο, μνημειώδη διάσταση· καταφέρνει να κάνει τη λεπτομέρεια, επική. Οι ζωγραφικές ποιότητες στον εξπρεσιονιστικό αφαιρετικό τρόπο έκφρασής του είναι εξαιρετικές. Ο τρόπος, δηλαδή, με τον οποίο πλάθει το χρώμα και δημιουργεί φόρμες φαίνεται πως επανέρχεται, ξανά και ξανά, σε σημεία μέχρι το αποτέλεσμα να τον ικανοποιήσει.

Ακολουθούν έργα με κολλάζ αφαιρετικών φωτογραφιών και ζωγραφικά θέματα «εγκαταλελειμμένων» φορμών. Παράλληλα, σε μια ομάδα γλυπτών πειραματίζεται με την τρίτη διάσταση, ενώ, όπως διαβάζουμε σε ταμπέλα δίπλα τους, προσπαθεί να «ξεγυμνώσει» τη ζωγραφική. Ένα καθιστό γλυπτό παραπέμπει στον αρλεκίνο του Πικάσο, σαν έτοιμος να μας μιλήσει.

Από τα μέσα της δεκαετίας του '80, βρίσκουμε ένα κύκλο έργων, με τον τίτλο «Μυκηναϊκό Χαμόγελο». Το ενδιαφέρον του Λούπερτζ για τις ευρωπαϊκές παραδοσιακές τέχνες και για έργα μεγάλων διαστάσεων τον καλούν πίσω στην αρχαία Ελλάδα. Θεωρεί τον ελληνικό πολιτισμό ένα είδος «ολοκλήρωσης» των τεχνών και αυτή τη σειρά των έργων του την πιο σκληρή που έτυχε να δουλέψει στη διάρκεια της πορείας του. Βλέπουμε έργα που παραπέμπουν σε νοσταλγικά διονυσιακά στοιχεία, αρχαία μισά ζωγραφισμένα αγάλματα με ανθρώπινα μέλη σε κάποια αιώρηση και μιλά για τον «απάνθρωπο, σχεδόν υπεράνθρωπο» τα οποία μας οδηγούν στον Νίτσε.

Στη συνέχεια, έχουμε έργα από το 1991 κι έπειτα, με σαφή υπαινιγμό για το πώς ένα έθνος μπορεί για γίνει βάρβαρο. Εικόνες πολέμου ξανά, ζωγραφισμένες με τη δική του ματιά, επηρεασμένος από τον πόλεμο στην πρώην Γιουγκοσλαβία και στον Περσικό Κόλπο, εικόνες που δίνουν ένα σαφές μήνυμα για τα δεινά του πολέμου και της βίας, γενικότερα· όπως ένα τεράστιο έργο σε καμβά, στο οποίο αναπαριστά μιαν εκτέλεση που φέρνει στο νου τις εκτελέσεις στα έργα του Γκόγια.

Η σειρά έργων παρεκτροπών, από το 1993 έως το 1997, «Άνδρας χωρίς Γυναίκα. Πάρσιφαλ» μας ταξιδεύει στην όπερα του Βάγκνερ, στον Βασιλιά Αρθούρο με τους Ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης και στο Άγιο Δισκοπότηρο, ενώ ο ίδιος επισημαίνει πως η αντίσταση στους αισθησιακούς πειρασμούς καθιστά τον όποιον ονειροπόλο άτυχο στους στόχους του.

Συνδιαλέγεται ζωγραφικά με τον Ματίς και με τον επίσης Γερμανό εξπρεσιονιστή Φραντς Μαρκ (1911, συνιδρυτή του Γαλάζιου Καβαλάρη). Σε σημείωση στον τοίχο, η άποψη του για την τέχνη: "Η ζωγραφική είναι πολιτισμός. Ο πολιτισμός υποκαθιστά τον κόσμο. Ο πολιτισμός αναδεικνύει το λεξιλόγιο για να γίνει ο κόσμος ορατός". Τα πρόσωπα, σε αυτή την ενότητα, έχουν ύφος αναπόλησης, με σγουρά μαλλιά και στυλιζαρισμένο χαμόγελο.

Στον κύκλο έργων «Γυμνό από την πίσω όψη», ο Λούπερτζ ανακαλεί στη μνήμη του την οπίσθια όψη της συζύγου του, η μνήμη του έχει όμως παραμορφωθεί με τα χρόνια κι έτσι η γυναίκα μοιάζει με αρσενικό ή ανδρόγυνο ον. Υπερβολικά τετραγωνισμένο, τεράστια χέρια, μακριά από τον κορμό, σαν ακρωτηριασμένα, και μελαγχολική παλέτα με εκλάμψεις φωτεινών μπαλωμάτων που συνορεύουν ακόμη και με άνθη ή χελώνες.

«Αρκαδία» η τελευταία ενότητα, από το 2012 μέχρι σήμερα. Η αρκαδική γη, χώρα της ευτυχίας και της αρμονίας με τη φύση. Ξετρελαμένος με την αρχαία ελληνική μυθολογία, έργα δουλεμένα σε επίσης μεγάλες επιφάνειες καμβάδων. Αφήνει να αποκαλυφθεί πλήρως το ενδιαφέρον του για τη χώρα μας, με αφαιρετικό τρόπο και με αίσθηση βουκολικής παραδείσιας ποίησης. Άλλου είδους ισορροπίες, με αντανακλάσεις σε νερά, σκηνές ηρεμίας, χωρίς όμως να λείπουν οι κεφαλές νεκρών ζώων ή και τα μεταλλικά κράνη. Στην παλέτα του προσθέτει και μανιέρα χαρακτικής ίσως, με κάποια επαναλαμβανόμενα μοτίβα. Μικρές επιφάνειες, στο φόντο, καλύπτονται με τελείες ή παράλληλες γραμμές, δίνοντας διαφορετική υφή και τονίζοντας τον «γραφικό» του πλούσιο ζωγραφικό χαρακτήρα.

Ο Λούπερτζ μεταμόρφωσε τις παραδοσιακές κληρονομιές σε απρόσμενες εικαστικές εκδοχές και, με αυτό τον τρόπο, απέκτησε πρόσβαση στο ταραγμένο του ασυνείδητο.

* Ο Χριστόφορος Κατσαδιώτης είναι εικαστικός, χαράκτης.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0