Του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου*
Διαβάζοντας ο αναγνώστης τους πρώτους δύο οδηγητικούς στίχους της νέας ποιητικής συλλογής του Κώστα Καναβούρη, «Άδηλο υλικό το ποίημα σαν το γυαλί. / Σπάζει εκεί που δεν το περιμένεις», πρέπει να έχει υπόψη του πως ό,τι έχει σπάσει εδώ δεν είναι στην πραγματικότητα το ποίημα, αλλά ο ίδιος ο κόσμος και το ανθρώπινο πρόσωπο που πια δεν μπορούν να συλληφθούν στην ενιαία τους μορφή. Ό,τι διαβάζουμε λοιπόν δεν είναι τεκμήρια μιας συγγραφικής αποτυχίας, θραύσματα που διασώθηκαν από ένα πλήρες έργο, αλλά ολοκληρωμένα ποιήματα που αποτυπώνουν μια κατακερματισμένη πραγματικότητα. Γιατί μόνο έτσι πια, απ' ό,τι φαίνεται, μέσα από τα θραύσματα δηλαδή, η εικόνα του κόσμου μπορεί να εμφανιστεί πλήρης - όπως ο κάθε κόκκος άμμου είναι το κλειδί ολόκληρης της ερήμου, καθώς διαβάζουμε σ' ένα από τα ποιήματα του βιβλίου.
Το βιβλίο περιλαμβάνει ποιήματα μέσα από τα οποία μας αποκαλύπτεται ένας κόσμος -που είναι ο δικός μας- στον οποίο η σφαγή, η αρπαγή, ο φόβος, οι πληγές, οι εφιάλτες, η φθορά και ο θάνατος αποτελούν τον κανόνα, τόσο που οι άνθρωποι σχεδόν δεν αντιλαμβάνονται πια την παρουσία τους: «Ω αυτή η arte povera κάθε σφαγής / Η επανάληψη». Και ο ποιητής με περισσότερες πληγές στο σώμα του, με περισσότερες ήττες στη μνήμη του, με περισσότερα ερείπια γύρω του, με μεγαλύτερη κούραση μέσα του, «Έχω τον εαυτό μου απέναντι», λέει, «Αλλά είμαι πολύ κουρασμένος / Για να διασχίσω την απόσταση», αγωνίζεται παρόλα αυτά να μη συνθηκολογήσει, να μην εθιστεί στην απελπισία, να μην αποδεχθεί την ήττα, να μη σωπάσει κυρίως. Κι ας γίνεται κάποτε ιδανικό του η σιωπή κι ας ονειρεύεται κάποτε ένα παρόν «Χωρίς κρίσεις, νίκες, ηττημένους, / Χωρίς οπισθοχώρηση».
Συνεχίζει παρόλα αυτά να αντιστέκεται, τοποθετημένος στη μέση της απόστασης ανάμεσα στο θαύμα και στον φόβο. Τα όπλα που διαθέτει είναι τα ίδια όπλα που διαθέτει και ο καθένας από μας, μόνο που ο ποιητής τα χρησιμοποιεί για να κάνει ένα βήμα παραπέρα: είναι το σώμα, που οδηγεί στον έρωτα, και οι λέξεις, που οδηγούν στην ποίηση. Πρώτο έρχεται το σώμα που διά της αφής μάς φέρνει σε άμεση επικοινωνία με τη ζωή: «Το σώμα αρχίζει από τα χέρια. / Και ύστερα δεν τελειώνει πουθενά». Ενώ αντιθέτως το «Ανήλιαγο κορμί δεν έχει επιείκεια». Το σώμα που ανοίγεται στον άλλο και υποδέχεται το θαύμα διά του έρωτος, της δύναμης εκείνης που έχει την ικανότητα (για λίγο;) να καταργεί τη φρίκη, το σκοτάδι, τη φθορά - και τον χρόνο ακόμα: «Έζησα το κορμί σου μιαν ολόκληρη ζωή. / Πόσο κράτησε;».
Μα και η ποίηση, για τον Κώστα Καναβούρη, είναι μια σωματική υπόθεση. Κι ο ποιητής δεν τα γράφει τα ποιήματά του, αλλά κινείται μες στην πραγματικότητα και η ποίηση δημιουργείται, είναι η ίδια ένα γεγονός. Γι' αυτό δεν ζητάει αναγνώστες για τα βιβλία του, αλλά αυτόπτες μάρτυρες. Έτσι η γραφή γίνεται το τρίτο εφόδιο που έχουμε στα χέρια μας, μετά το σώμα και τον έρωτα, για να απομακρυνθούμε από τον φόβο και τη φρίκη και να προσεγγίσουμε το θαύμα. Κι ας αποτελεί μια σκληρή δοκιμασία για τον ποιητή, «Επί των κυμάτων μπορεί να είναι εύκολο / Επί των γραμμάτων δεν είναι» ή «Λευκό το χαρτί. / Λευκότερο όταν γράφεις». Μα η ποίηση άλλο τόσο καθίσταται ένα επικίνδυνο εκρηκτικό όπλο για τις κάθε είδους εξουσίες που λυμαίνονται τη ζωή μας. «Κουβαλάω απάνω μου ποιήματα / Κι έχω ρυθμίσει τον μηχανισμό», προειδοποιεί ο Κώστας Καναβούρης και παρακάτω: «Ποιητής χαμηλών μεγατόνων. / Απομακρυνθείτε». Δηλώνοντας ταυτόχρονα και την ηθική θέση από την οποία αντικρίζει και κρίνει την πραγματικότητα: «Εμείς δεν ήμασταν στην αρπαγή, / Δουλεύαμε έξω στα ποιήματα».
Θεωρώ το «Έσπασε» του Κώστα Καναβούρη το πιο ώριμο, κατασταλαγμένο και ζωντανό ταυτόχρονα βιβλίο ποίησης όχι μόνο του ίδιου του ποιητή, αλλά της ποίησής μας των τελευταίων χρόνων. Μια συλλογή με ποιήματα που απορρίπτουν το περιττό, τη θεματογραφία και τη χαρακτηρολογία και προκρίνουν την επιγραμματική και γνωμική διατύπωση, υιοθετούν την ελλειπτικότητα και την αφαιρετικότητα, χωρίς όμως να χάνουν το ανθρωπολογικό τους βάθος, την ηθική και πολιτική τους διάσταση, καθώς και τον δεσπόζοντα λυρικό τους τόνο. Ένα βιβλίο που στέκει ισάξιο δίπλα στο «ΥΓ» του Μανόλη Αναγνωστάκη, όπως και δίπλα στα σύντομα ποιήματα του Νίκου Καρούζου, του Γιάννη Ρίτσου, του Κώστα Μόντη, του Μάρκου Μέσκου, δημιουργήματα όλα μιας τέχνης που κατάγεται απευθείας (ή, τουλάχιστον, έτσι τα εκλαμβάνουμε οι αναγνώστες) από τα αποσπάσματα του Σολωμού. «Έσπασε. Αντηχεί», διαβάζουμε στον τελευταίο στίχο της συλλογής και ισχύει απολύτως.
* Ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος είναι ποιητής, κρτικός λογοτεχνίας
info:
Κώστας Καναβούρης, "Έσπασε"
εκδ. Μελάνι,
σελ.: 48, Τιμή: 8 ευρώ