Του Κυριάκου Λουκάκου
Είναι πραγματικά ιστορική ειρωνεία ότι, τη στιγμή που στην Αθήνα ο υπουργός Εργασίας άφηνε να διαρρεύσει ότι η τρόικα των δανειστών της χώρας δεν θα επέμενε στη χειροτέρευση της ρύθμισης για τη δυνατότητα ομαδικών απολύσεων, ο δήμαρχος της Ρώμης προέβαινε στην εξαγγελία της en bloc λύσης των σχέσεων εργασίας του συνόλου των μουσικών της ορχήστρας και της χορωδίας του (δημοτικού) Teatro dell' Opera της «Αιωνίας Πόλεως», ως μόνο μέσο αποτροπής της πλήρους διακοπής λειτουργίας του, ιδίως μετά την αποτυχία της συνδιαλλαγής με τα συνδικαλιστικά σωματεία...
Αυτό που συσκοτίζει η έστω και ειλικρινής έκφραση θλίψης του δημάρχου, και ασχέτως της όποιας ακαμψίας χρεώνεται στα συνδικάτα, είναι η προδιαγεγραμμένη πορεία των λυρικών θεάτρων της γείτονος προς τον αφανισμό μέσω της συνεχούς περιστολής των δημοσίων δαπανών για τον πολιτισμό που είχε εισαγάγει και εφαρμόσει εντατικά η κυβέρνηση του Σίλβιο Μπερλουσκόνι και ουδέποτε ανακόπηκε στη συνέχεια. Και εκείνο στο οποίο ο Ρωμαίος sindaco (η ετυμολογική συγγένεια της λέξης με τον ελληνικό όρο του Πτωχευτικού Δικαίου αποτελεί στην περίπτωσή μας αφ' εαυτής σαρκαστικό σχόλιο) δεν απαντά είναι τι απομένει αλήθεια από ένα λυρικό θέατρο, κάθε λυρικό θέατρο, μετά την κατάργηση του σκελετικού του οργανισμού, που πέραν εύλογης απορίας συναπαρτίζουν η χορωδία και η ορχήστρα, όχι ως απλές αριθμητικές αθροίσεις προσώπων, αλλά ως επίγνωση συγκλήρωσης της καλλιτεχνικής και βιοτικής πορείας κοινωνίας προσώπων στρατευμένων σε συμμετοχική, καθημερινή και διαλεκτική σύμπραξη οικοδόμησης συγκεκριμένου προγραμματισμού προϊόντων της τέχνης τους.
Ακόμη και όσοι προσποιούνται τους ανίδεους και απλοϊκούς απέναντι στην υψηλή τέχνη, υποθέτουμε ότι αδυνατούν να συλλάβουν μια ποδοσφαιρική ομάδα με ρεαλιστική προσδοκία νίκης, αν αυτή δεν λειτουργεί ως συμβιωτική συλλογικότητα, αλλά ως ευκαιριακή συνάθροιση ξένων μεταξύ τους ανθρώπων, όπως ο κ. δήμαρχος Ρώμης φιλοδοξεί να «λειτουργήσει» τα νέα σχήματα για τις παραστάσεις, με τα γνωστά μας «μπλοκάκια» των ατομικών συμβάσεων έργου. Το γεγονός, επιπλέον, ότι μια τέτοια προσέγγιση εφαρμόζεται επέκεινα κάθε εμπειρίας και λογικής του αντικειμένου στην κοιτίδα της όπερας ως είδους, δηλαδή στην Ιταλία και την πρωτεύουσά της, απειλεί να μετατρέψει τη μοιραία 2α Οκτωβρίου 2014 της σχετικής ανακοίνωσης σε μια πραγματική «11η Σεπτεμβρίου» για ένα τόσο υψιπετές κεφάλαιο της ανθρώπινης επίδοσης όπως η όπερα.
Όποιος γνωρίζει στοιχειωδώς τον τρόπο λειτουργίας των λυρικών θεάτρων δεν συντηρεί αμφιβολία ότι για καθένα τους οι χορωδοί και η ορχήστρα αποτελούν τη ζωντανή ραχοκοκαλιά τους, έναν ενδιαφέροντα κόσμο που στοιχειώνει υπάρξεις, τροφοδοτεί τον συνεχή εσωτερικό καλλιτεχνικό διάλογο, αξιολογεί από πρώτο χέρι τις θητείες ευθύνης, αναπαράγει τη μουσική παιδεία στο οικογενειακό περιβάλλον, συγκροτεί έναν πρώτο σκληρό πυρήνα κοινού. Ήδη η έλλειψη σταθερού θιάσου με μόνιμους σολίστ στα μεγάλα θέατρα έχει οδηγήσει τις τελευταίες δεκαετίες σε ορατή και πανθομολογούμενη πτώση του μέσου επιπέδου παραγωγής και απόδοσης των λυρικών ερμηνευτών, διόλου τυχαία δε σημαντικοί ανάμεσά τους επιλέγουν, ακόμη και με μικρότερες αμοιβές, αυτόν τον τύπο γεωγραφικής αναφοράς, όπως τον έχει επαναφέρει η Κρατική Όπερα της Βιέννης.
Ακόμα και από τη μητρόπολη του καπιταλισμού, τη Νέα Υόρκη, το σήμα που εκπέμπουν οι δορυφορικές μεταδόσεις της Μετροπόλιταν Όπερα δεν είναι άλλο από την ανάγκη συμμετοχής όλων, από τον πρωταγωνιστή ώς τον κομπάρσο, προκειμένου να συγκροτηθεί μια παράσταση όπερας. Σε αυτό το πλαίσιο τα ρωμαϊκά μηνύματα της ομιχλώδους ιταλικής σοσιαλδημοκρατίας ηχούν ακόμη πιο υποκριτικά και κακόηχα. Ή, για να χρησιμοποιήσουμε τις νωπές ακόμη και κοφτές λέξεις του Peter Catona, μάνατζερ της Βασιλικής Όπερας του Λονδίνου, στη χθεσινή συνέντευξη τύπου για το 38ο Grand Prix Maria Callas, «It's a sheer act of barbarism» (είναι μια καθαρή πράξη βαρβαρότητας). Ακούει άραγε ακόμη κάποιος;