Live τώρα    
Η σύντομη ζωή και ο θάνατος της ελληνικής βιντεοταινίας / Από τη βιομηχανία της ευτέλειας στην ευωχία του καναπέ...
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η σύντομη ζωή και ο θάνατος της ελληνικής βιντεοταινίας / Από τη βιομηχανία της ευτέλειας στην ευωχία του καναπέ...

Συνέντευξη: Σπύρος Κακουριώτης

«Ρόδα, τσάντα και κοπάνα», «Ο παπα-Λεβέντης», «Η μεγάλη των Γύφτων σχολή», είναι μερικοί μόνο χαρακτηριστικοί τίτλοι ενός είδους που έκανε τη μετεωρική του εμφάνιση στο στερέωμα της ελληνικής κινηματογραφικής «βιομηχανίας» για μια μονάχα πενταετία, κατέκτησε όμως επάξια μια θέση στο «Λεξικό της δεκαετίας του '80» και στη μνήμη όσων το παρακολούθησαν...

Φτηνιάρικες και απόλυτα κιτς, σήμερα περιβάλλονται από την αύρα του «καλτ», προκαλώντας αισθήματα, αφόρητης κάποτε, νοσταλγίας, για μια εποχή εντονότερης, υποτίθεται, κοινωνικοποίησης και συλλογικότητας...

Η ερευνήτρια Ορσαλία - Ελένη Κασσαβέτη, συνεργάτιδα της Ταινιοθήκης της Ελλάδος που πρόσφατα εξέδωσε μια σφαιρική και περιεκτική μελέτη για την Ελληνική βιντεοταινία (1985-1990), απορρίπτει κατηγορηματικά κάθε τέτοια προσέγγιση, λέγοντάς μας πως το βιβλίο «δεν είναι ένα νοσταλγικό αφήγημα για τη δεκαετία του '80 και όσα καινοφανή και φαντασμαγορικά συνέβαιναν τότε», αλλά απόπειρα ερμηνείας «μιας εποχή που δεν είναι μονάχα ‘επιφάνεια', αλλά εμπεριέχει σημαντικές αλλαγές στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο».

Άλλωστε, οι ελληνικές βιντεοταινίες ήταν προϊόν και έκφραση μιας μεταιχμιακής περιόδου: Από τη μια μεριά, αποτελούν ένα μεταβατικό στάδιο ανάμεσα στον θνήσκοντα εμπορικό ελληνικό κινηματογράφο και τον επερχόμενο λαμπρό νέο κόσμο της ιδιωτικής τηλεόρασης. Από την άλλη, υπήρξαν έκφραση και αποτύπωση της κοινωνικής ανέλιξης των φτωχότερων μικροαστικών στρωμάτων που είχε χαρακτηρίσει την πρώτη περίοδο της διακυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ. Όπως λέει και η συγγραφέας, «ο ορίζοντας πρόσληψης του κοινού ήταν έντονα προσδιορισμένος ταξικά», ενώ «σε μια περίοδο που παρατηρείται στροφή προς την κατανάλωση, η ψυχαγωγία γίνεται πλέον οικιακή».

Τι έχει να προσφέρει όμως η μελέτη αυτής της ιδιότυπης ελληνικής οπτικοακουσιτικής βιοτεχνίας; «Η βιντεοταινία προσφέρει άφθονο υλικό ως πολιτισμικό τεκμήριο», μας λέει η Ορσαλία Κασσαβέτη. «Ιδιαίτερα εκείνες που δεν έχουν γυριστεί σε στούντιο, προσφέρουν μια εικονολογία της εποχής, όψεις της Αθήνας που δεν υπάρχουν πια, ενδυματολογικές αναφορές, ακόμη και πολιτικά σχόλια, που θα συναντούσες μόνο στον τύπο και τα δελτία ειδήσεων –αλλά και στην επιθεώρηση», όπως φανερώνουν και τίτλοι όπως Ρεμούλες στον Κοσκο-Κώσταινα ή Σκάνδαλα στο Κοσκωτιστάν...

Από την έκρηξη στην κατάρρευση

Κατά την περίοδο 1985-1990 παρήχθησαν συνολικά 1.116 βιντεοταινίες. «Η παραγωγή ήταν μαζικότατη», λέει η ερευνήτρια. «Ένας ηθοποιός μπορούσε να γυρνάει μέσα σε μία εβδομάδα ακόμη και τέσσερις ταινίες». Πώς όμως ξεκίνησε αυτή η περιπέτεια, που συνδέεται άμεσα, με την εξάπλωση του οικιακού βίντεο;

«Το 1985-86 συστήνονται οι πρώτες εταιρείες παραγωγής, που δείχνουν μια αμηχανία σε σχέση με το νέο μέσο. Αυτή αποτυπώνεται και στο μορφολογικό κομμάτι, όπου διακρίνεται η τηλεοπτική τους αντίληψη για το πώς οργανώνονται τα πράγματα. Άλλωστε, οι πρώτες ταινίες θυμίζουν έντονα τηλεταινίες, γυρισμένες σε στούντιο, χωρίς καθόλου εξωτερικά γυρίσματα κ.λπ.»

Μετά τα πρώτα δειλά βήματα, η εξέλιξη θα είναι εκρηκτική. «Μετά το 1986 οι εταιρείες φυτρώνουν σαν μανιτάρια, ενώ το 1987 σημειώνεται η μεγαλύτερη παραγωγή, γύρω στις 366 ταινίες», λέει η Ορ. Κασσαβέτη. «Τότε παρατηρείται μια βιντεοπαραγωγή δύο ταχυτήτων. Από τη μια πλευρά βρίσκονται εταιρείες που προέρχονται από τον κινηματογράφο, όπως ο Σπέντζος ή ο Καραγιάννης, με πολύ προσεγμένες παραγωγές, παγιωμένο καστ, τυποποιημένους χαρακτήρες, σχετικά υψηλό προϋπολογισμό, δοκιμασμένους σκηνοθέτες και μεγαλύτερες δυνατότητες διανομής».

Απέναντι σε αυτούς όμως υπήρχε ένας γαλαξίας εταιρειών «που γύριζαν μια-δυο ταινίες, κιτς και προχειροφτιαγμένες, με ηθοποιούς τριταγωνιστές που χρησιμοποιούνται ως πρωταγωνιστές, μέτριους ή άγνωστους σκηνοθέτες, χαμηλό προϋπολογισμό, λάθη στο σενάριο, τους φωτισμούς, το καδράρισμα κ.λπ.» Αυτό το φαινόμενο, συνεχίζει η συγγραφέας, «παρωδείται και στις ίδιες τις βιντεοταινίες, που διακρίνονται για την αυτοαναφορικότητά τους: σε μια ταινία π.χ., ένας υδραυλικός, ένας κρεοπώλης κι ένας ξυλουργός μαζεύονται και αποφασίζουν να κάνουν μια εταιρεία παραγωγής που λέγεται Φάτε μάτια ψάρια...» Γενικά, πολλοί ήταν αυτοί που «έπαιρναν μια βιντεοκάμερα, ίδρυαν επιχειρήσεις βιντεοπαραγωγής και μέσα σε ένα βράδυ γύριζαν την ταινία, την άλλη μέρα την μόνταραν, την κυκλοφορούσαν και μέσα σε ένα μήνα έκλειναν...»

Η Ορ. Κασσαβέτη θεωρεί πως το σύντομο τέλος της βιντεοταινίας οφείλεται στον ανταγωνισμό που δημιούργησε η εμφάνιση της δορυφορικής και στη συνέχεια της ιδιωτικής τηλεόρασης, που έδωσε τη χαριστική βολή στη σχετική παραγωγή. «Το 1990 γυρίζονται μονάχα 30 βιντεοταινίες, ενώ το 40% των εταιρειών έχει ήδη κλείσει», μας λέει. «Κραταιές όμως εταιρείες, που είχαν την εκμετάλλευση και άλλων ταινιών, συνέχισαν να υπάρχουν. Πολλοί, στις συνεντεύξεις που πήρα για την έρευνά μου, έλεγαν ότι ήδη από το 1989 θεωρούσαν πως η ιστορία της βιντεοταινίας είχε τελειώσει και προσανατολίζονταν στην ιδιωτική τηλεόραση. Μάλιστα, όταν ξεκίνησε η ιδιωτική τηλεόραση, εκμεταλλεύτηκε τις λεγόμενες ‘υπερπαραγωγές', μεγάλης διάρκειας βιντεοταινίες, που προσαρμόστηκαν σε μίνι τηλεοπτικές σειρές. Μάλιστα τα μικρά κανάλια γέμιζαν τις τρύπες του προγράμματος με βιντεοταινίες, συχνά χωρίς να ζητούν καν δικαιώματα».

Στο βιβλίο της Η ελληνική βιντεοταινία (1985-1990), η Ορ. Κασσαβέτη εξετάζει, εκτός από τις κοινωνικές και πολιτισμικές διαστάσεις του φαινομένου, τις ειδολογικές και θεματολογικές του διαστάσεις. Στη μνήμη των περισσοτέρων, η ελληνική βιντεοταινία της εποχής έχει ταυτιστεί με την κωμωδία. Όμως, όπως μας λέει η ερευνήτρια, η παραγωγή απλωνόταν στα περισσότερα καθιερωμένα κινηματογραφικά είδη: «Για, παράδειγμα, έχουμε μελοδράματα, με την επιστροφή του Νίκου Ξανθόπουλου, έχουμε κοινωνικά δράματα που πλησιάζουν τις ταινίες καταγγελίας, στα οποία διέπρεψε ο Νίκος Φώσκολος, ο οποίος επανέρχεται δυναμικά -σκηνοθετεί μάλιστα τον Άγνωστο πόλεμο για βιντεοταινία, με διαφορετικό καστ. Συναντάμε ταινίες πολεμικών τεχνών, όπου διέπρεψε το παιδί-θαύμα Κρις Σφέτας, αλλά και περιπέτειες, γυρισμένες συνήθως εκτός Αθηνών, με σκηνές δράσεις, ανθρωποκυνηγητά κ.λπ.»

«Όσο ευτελείς, κιτς ή ξεπερασμένες κι αν είναι οι βιντεοταινίες, δεν τις αντιμετωπίζω σαν σκουπίδια. Κάθε τι που μπορείς να μελετήσεις μπορεί να σε βοηθήσει να  κατανοήσεις καλύτερα τον τρόπο που λειτουργούσε ο πολιτισμός εκείνη την εποχή. Αυτό προσπάθησα να κάνω με το βιβλίο μου», καταλήγει η Ορ. Κασσαβέτη.

info

Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη

Η ελληνική βιντεοταινία (1985-1990)

Ειδολογικές, κοινωνικές και πολιτισμικές διαστάσεις

Εκδόσεις Ασίνη 2014, σελ. 370

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0