Λίγο πριν από την εκπνοή του 2025, το Κέντρο Ίδρυμα Πολιτισμού Σταύρος Νιάρχος φιλοξένησε ως ιδία αυτού οργανωτική πρωτοβουλία μια σημαντική συναυλία φωνητικής και ενόργανης μουσικής χρονικού αναπτύγματος από το Μπαρόκ έως την κλασική περίοδο. Ένα πρόγραμμα με πρωτίστως μελοδραματικό έρεισμα ιδιαιτέρως υψηλών δεξιοτεχνικών απαιτήσεων, που υπερασπίσθηκε η οικεία για τις επιδόσεις της στο ρεπερτόριο αυτό κοντράλτο κολορατούρα Μαρίτα Παπαρίζου. Σελίδες, οι οποίες, με εξαίρεση την άρια του Πτολεμαίου από τον «Ιούλιο Καίσαρα στην Αίγυπτο» του G.F. Handel, που σταθερά αναβίωνε στη δική μας βιοτική διαδρομή, συμπεριέλαβαν, ως επί το πλείστον, σπανιότητες, από την «Παρθενόπη» του ιδίου έως ελάχιστα οικείες λυρικές δημιουργίες των Alessandro Scarlatti, Antonio Vivaldi, Nicolo Porpora και Chr.W.Gluck, τις οποίες υπηρέτησε με αναμφισβήτητη σχολή και δεξιοτεχνία η Ελληνίδα καλλιτέχνις, πλαισιωμένη αξιόπιστα και ιδιωματικά από το οργανικό συγκρότημα I Solisti Veneti, από μακρού πρωτοπόρο στην προώθηση της λεγόμενης «αρχαίας» ή «παλαιάς» μουσικής χωρίς προσφυγή στη χρήση οργάνων εποχής και υπό τη διεύθυνση του σημαντικού Ιταλού αρχιμουσικού Giuliano Carella, που διαδέχθηκε στο πόντιουμ του Σχηματισμού τον αείμνηστο και στη χώρα μας Claudio Scimone.
Αν και το γεγονός της 29ηςΔεκεμβρίου επισφράγισε την καλλιτεχνική εμβέλεια της Παπαρίζου, μας λυπεί ότι παρόμοιες αναμετρήσεις της με τα άγνωστα αυτά κοσμήματα του πρώιμου μελοδράματος δεν μας τη χάρισαν σε προγενέστερο χρόνο, όταν η ιδιαίτερη φωνή της δεν παρουσίαζε φαινόμενα αποξήρανσης του ήχου σε συγκεκριμένες περιοχές της. Μολαταύτα και με ενισχυτική την εξαίρετη επιλογή κοντσέρτων του Arcangelo Corelli και του προμνησθέντος Βιβάλντι, το καθαρά ενόργανο μέρος της συναυλίας υπενθύμισε εξίσου χαρακτηριστικά, χάρη σε επιδόσεις δεξιοτεχνών του βιολιού (Lucio Degani, Glauco Bertagnin, Enzo Ligresti) και του τσελίστα Giuseppe Barutti, την ιταλική κοιτίδα της «arte del violino»!

Ένα μήνα μετά, στις 28 Ιανουαρίου, βρεθήκαμε στην ίδια αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», ευφυώς μεταμορφωμένη από τη σκηνογραφική, σκηνοθετική, εικαστική, χορογραφική και φωτιστική παρέμβαση του Δημήτρη Παπαϊωάννου, για την καταλυτικής ατμόσφαιρας αναβίωση μιας από τις χαρακτηριστικότερες συνθέσεις του Γιώργου Κουμεντάκη, το «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα», έργο του έτους 1995, στον απόηχο του παγκόσμιου υγειονομικού και παράλληλα αξιακού σοκ από την επέλαση τού AIDS. Την εντέλεια της αναβίωσης εγγυήθηκε με προφανή συμμερισμό από το πόντιουμ ο Θεόδωρος Κουρεντζής, αναδεικνύοντας κάθε εκφραστική πτυχή τού 35λεπτης πυκνότητας και τονικής γραφής έργου. Η πανίσχυρη εικόνα του αιματογεμούς δισκοπότηρου και, κυρίως, η κλίμακα που κατέλαβε τη σκηνή, ως λίκνο τοκετού των γυμνών σωμάτων του έρωτα και ως χοάνη αποχέτευσης των ίδιων αυτών κορμιών, συμβόλισε εύστοχα μια καθολική υπαρξιακή αποσύνθεση, δυσχερώς κατανοητή σε νέους του σήμερα, πανίσχυρη όμως σε κείνους τού τότε! Υπό την έννοια αυτή, το Ρέκβιεμ του Κουμεντάκη παραμένει, στην αντίληψή μας και στο βάθος της βίωσής του, ταυτοτικά εστιασμένο, παρά την ευγενή πολιτική ορθότητα κειμένων του συνοδευτικού προγράμματος! Εστιασμένο κυρίως σε κάθε είδους «επιζήσαντες» με τίμημα τη φίμωση της ερωτικής τους ευκαιρίας...
