Εγραψα αυτή την αληθινή ιστορία πρώτα απ’ όλα επειδή θεωρώ τη δεκαετία του 1940, τον Πόλεμο, την Κατοχή, την Αντίσταση και τον Εμφύλιο, την πιο αντιφατική και τραυματική στη σύγχρονη ελληνική Ιστορία. Το ενδιαφέρον για την περίοδο 1940-1949 παραμένει ανεξάντλητο, όχι από μια ανέξοδη παρελθοντολογία, αλλά επειδή οι πληγές εκείνης της περιόδου αποτελούν ακόμα το «γενετικό υλικό» της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας.
Τα τελευταία χρόνια έχουν ανοίξει αρχεία που προσφέρουν μια πιο σύνθετη εικόνα, μακριά από τις ασπρόμαυρες αφηγήσεις του παρελθόντος. Δείτε το διεθνές ενδιαφέρον που προκάλεσαν οι φωτογραφίες των 200 εκτελεσμένων της Καισαριανής. Προχωράμε από την εποχή των ακλόνητων ιδεολογημάτων στην εποχή των «τεκμηρίων».
Όμως πολύ μεγαλύτερη από οποιαδήποτε ιστορική ανάλυση εκείνης της περιόδου είναι η δύναμη της αφήγησης αληθινών ιστοριών, που μεταφέρονται από στόμα σε στόμα, ακόμα και σήμερα, σε χιλιάδες οικογένειες, συχνά ως ένα «γενεόγραμμα» που έχει στιγματίσει τη ζωή όχι μόνο των παλιότερων αλλά και των νεότερων.
Πέρα από το ενδιαφέρον μου για εκείνη την περίοδο ανήκω λοιπόν κι εγώ σε εκείνους που κουβαλάνε μία οικογενειακή ιστορία: Τον ηρωικό θάνατο του παππού μου Ξενοφώντα Κοντιάδη από τους ναζί το 1941, αλλά και τη συνεργασία του πεθερού του με τις δυνάμεις της Κατοχής λίγο αργότερα. Με την ιστορία αυτών των ανθρώπων συμπλέκεται ο οικογενειακός τους φίλος και συνάδελφος Πέτρος Κόκκαλης που θα ακολουθήσει μία εντελώς διαφορετική πορεία.
Έτσι, οι τρεις πρωταγωνιστές με τις οικογένειές τους ξεκινάνε μαζί, από την ίδια αφετηρία, ο ένας πρόωρα νεκρός και οι άλλοι δύο καταλήγοντας σε δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους: Ο πρώτος, ο καθηγητής Γυναικολογίας Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος, θα γίνει δωσίλογος, στενός συνεργάτης των ναζί, θα τους ακολουθήσει όταν αποχωρήσουν από την Ελλάδα, θα συλληφθεί, θα δικαστεί και θα φυλακιστεί ατιμασμένος. Ο δεύτερος, ο καθηγητής Χειρουργικής Πέτρος Κόκκαλης, θα ενταχθεί στις γραμμές της Αντίστασης, θα αναλάβει ηγετικό ρόλο στο ΕΑΜ, θα γίνει κομμουνιστής και θα πολεμήσει στον Εμφύλιο με την πλευρά των ηττημένων, ακολουθώντας μετά τον δρόμο της προσφυγιάς.
Τα ερωτήματα που με απασχόλησαν ήταν: Ποια κίνητρα οδήγησαν στις διαφορετικές επιλογές τους; Τι κρύβεται πίσω από την προσωπική τους σύγκρουση; Πώς εμφανίζονται μέσα από τα μάτια των γυναικών που τους συντροφεύουν; Πώς αντιμετώπισαν τα μεγάλα διλήμματα και τη βίαιη αποκοπή από την προπολεμική ζωή τους; Πόσο ευδιάκριτο είναι το Καλό από το Κακό;
Με το βιβλίο αυτό ολοκληρώνεται η «Τριλογία για τη μνήμη», που περιλαμβάνει επίσης τα βιβλία «Η τρέλα ν’ αλλάξουν τον κόσμο» (2022), όπου αφηγούμαι τη ζωή και τον θάνατο του Δημήτρη Μπάτση και του Νίκου Μπελογιάννη, και «Η νύχτα που έφυγε ο Παύλος» (2023), τις ηρωικές ιστορίες του Γρηγόρη Λαμπράκη και του Παύλου Φύσσα με πενήντα χρόνια απόσταση. Μέσα από τις προσωπικές περιπέτειες των πρωταγωνιστών των «Δωσίλογων και Ονειροπόλων» προσπάθησα να αποτυπώσω τη σύγχρονη Ιστορία της χώρας.
* Ο Ξενοφών Κοντιάδης είναι συνταγματολόγος, καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και συγγραφέας

«Τα δικά μου βιώματα δεν μπορώ να τα προδώσω»*
Κάθε μέρα που περνούσε εντείνονταν οι διώξεις και η τρομοκρατία εναντίον μας, εναντίον όσων αγωνιστήκαμε στις τάξεις του ΕΛΑΣ. Όλος ο κρατικός μηχανισμός, όπου πρωτοστατούσαν οι παλιοί συνεργάτες της δικτατορίας του Μεταξά και των Γερμανών, δούλευε για την επάνοδο του βασιλιά και δρούσε με εκδικητική μανία εναντίον όλων των δημοκρατικών, όχι μόνο των κομμουνιστών αλλά και των φιλελεύθερων.
Ένας παλιός φίλος και συνάδελφος στην Ιατρική Σχολή ήρθε να με βρει στην ιδιωτική κλινική όπου χειρουργούσα μετά την αποπομπή μου από το Αρεταίειο, μαζί με τους συνεργάτες μου που είχαμε κατέβει από το βουνό.
«Πέτρο, κάνεις ό,τι μπορείς για να φας το κεφάλι σου. Δεν καταλαβαίνεις ότι το παιχνίδι έχει τελειώσει και αν δεν αποκηρύξετε το εαμικό σας παρελθόν θα σας εξαφανίσουν; Κρίμα είναι να χαθεί ένας κορυφαίος επιστήμονας όπως εσύ. Τι δουλειά έχεις με τους κομμουνιστές;»
«Πώς να σου εξηγήσω κάτι τόσο απλό, που ωστόσο νομίζω είναι για σένα σχεδόν αδύνατο να κατανοήσεις; Δεν είναι η γνώση και η σοφία κάθε ανθρώπου τόσο δύσκολο να τις μεταδώσει, όσο αυτό το καταστάλαγμα των βιωμάτων του, της ζωής που έζησε».
Ο συνομιλητής μου με κοιτούσε με μια έκφραση απέραντης απορίας. «Δεν σε καταλαβαίνω, Πέτρο».
Έμεινα για λίγο σκεφτικός. «Έχεις ανέβει ποτέ την άνοιξη στις Κορυσχάδες;» τον ρώτησα.
«Τι σχέση έχει αυτό, ρε Πέτρο;».
«Λοιπόν, θα σου μιλήσω με τρόπο που μπορεί σαν γιατρός που είσαι να κατανοήσεις ή μάλλον να νιώσεις τι εννοώ. Έχεις βρεθεί αρκετές φορές δίπλα σε ανθρώπους την ώρα που πεθαίνουν. Εκεί, στην εκπνοή της ζωής, προβάλλονται μέσα τους εικόνες που τους σημάδεψαν, φανερώνονται ξαφνικά στην έκφραση και στο βλέμμα τους τα αλησμόνητα πράγματα που προσδίδουν αξία και αλήθεια στη ζωή που έζησαν. Τις δικές μου αλήθειες και αξίες, τα δικά μου βιώματα δεν μπορώ να τα προδώσω, ακόμη και αν μόνο έτσι θα μπορούσα να σώσω την έδρα μου στο Πανεπιστήμιο ή την κοινωνική μου θέση».
* Απόσπασμα από το βιβλίο «Δωσίλογοι και Ονειροπόλοι. Μια αληθινή ιστορία», εκδόσεις Τόπος
