Για να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα από τις ευρωεκλογές, να δούμε τις τάσεις της κοινωνίας και τη δυναμική των κομμάτων, πρέπει να τις συγκρίνουμε με αυτές του 2012 και όχι με παλιότερες εκλογικές αναμετρήσεις, είτε σε εθνικό είτε σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το πολιτικό σκηνικό, που άλλαξε δραματικά τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2012, διατηρείται σταθερό. Οι τομές που έγιναν τότε βάθυναν και αποκρυσταλλώθηκαν στις ευρωεκλογές του 2014.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, που από το 5% εκτινάχτηκε στον 17% τον Μάιο και στο 27% τον Ιούνιο του 2012, παρά τους ευσεβείς πόθους πολλών, διατηρεί σταθερά το υψηλό ποσοστό του και στις ευρωεκλογές του 2014 και επιπλέον κατέκτησε την πρώτη θέση με διαφορά 4% από το δεύτερο κόμμα, την πάλαι ποτέ κραταιά Ν.Δ. Η πτώση της Ν.Δ. από το 29% στο 22% ανησυχεί βαθιά τους περί τον πρωθυπουργό, ενώ προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα στους εσωκομματικούς αντιπάλους, που χρεώνουν στον αρχηγό της Ν.Δ. την αποδυνάμωση του κυβερνώντος κόμματος.
Ο Αντ. Σαμαράς βλέπει να αμφισβητείται η ηγεμονία του στο κόμμα και τρέμει τις αναπόφευκτες εθνικές εκλογές. Το ΠΑΣΟΚ, που διάλεξε να κατέβει με τον ατυχούς εμπνεύσεως τίτλο "Ελιά", ακολουθεί σταθερά πτωτική πορεία, χάνοντας, με 8% έναντι του προηγούμενου 12%, το 1/3 των ψήφων του από το 2012, όπου είχε ήδη απολέσει το 70% των επί δεκαετίες ψηφοφόρων του. Το μόνο που το σώζει από την πλήρη κατάρρευση είναι η συμμετοχή του στο κυβερνητικό σχήμα και η εξ αυτού δυνατότητα συναλλαγής με μερίδα ψηφοφόρων.
Παρ' όλα αυτά, η πρωτιά του στον χώρο του Κέντρου και η υπεροχή του σε σχέση με το πολυδιαφημιζόμενο κόμμα του τίποτα, το Ποτάμι, του δίνει την ευχέρεια να παίξει ηγετικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις για τη διαρκώς επιχειρούμενη, αλλά εκτός ιστορικού χρόνου, ανασύσταση της Κεντροαριστεράς. Και αν αυτό δεν πετύχει, έχει τη δυνατότητα να φτιάξει τη Νέα Ελλάδα, μαζί με τον κ. Σαμαρά, επιβάλλοντας τους όρους του ως ισχυρός εταίρος. Εν ολίγοις ο εκβιασμός του Ευ. Βενιζέλου προς το εκλογικό σώμα είχε σχετική επιτυχία, ενώ το ανεκδοτολογικό success story του Αντ. Σαμαρά και η επαμφοτερίζουσα στάση του απέναντι στη Χρυσή Αυγή οδήγησαν στη διαρροή ψηφοφόρων.
Το νεοεμφανιζόμενο Ποτάμι προσέλκυσε πολλούς έντιμους και καλοπροαίρετους ψηφοφόρους, κυρίως μεσοαστικών στρωμάτων, που οι κοινωνικές τους ευαισθησίες δεν τους αφήνουν να διολισθήσουν προς τα δεξιά, ενώ συγχρόνως τα ταξικά τους συμφέροντα δεν εξυπηρετούνται (ή νομίζουν πως έτσι είναι) από την Αριστερά. Έτσι, αναζητώντας μια φαντασιακή Αλεξάνδρεια που χάνεται, την παλιά βολική Κεντροαριστερά, έχοντας απογοητευτεί από τη νεοφιλελεύθερη στροφή του ΠΑΣΟΚ και βλέποντας την επερχόμενη εξαφάνιση της ΔΗΜ. ΑΡ., στράφηκαν στο νέο, άφθαρτο, "μεγάλο" κόμμα του Κέντρου, το πριμοδοτούμενο από τα συστημικά ΜΜΕ θολό Ποτάμι. Βέβαια αυτά τα κόμματα μιας χρήσης συνήθως δεν έχουν μέλλον, αλλά αφήνουν το στίγμα τους στις πολιτικές εξελίξεις με κάποιες σκόρπιες απόψεις που εξέφρασαν, και κυρίως με το πολιτικό προσωπικό που αναδείχτηκε στην κατάλληλη συγκυρία.
Το ΚΚΕ διατήρησε το αξιοπρεπές ποσοστό του 6%, αν και η σταθερά φθίνουσα πορεία του δεν φαίνεται να ανησυχεί την ηγεσία του κόμματος, που συνεχίζει τον διμέτωπο απέναντι σε κυβέρνηση και ΣΥΡΙΖΑ. Παρ' όλη την αύξηση του ακραιφνώς φασιστικού κόμματος της Χρυσής Αυγής, είναι θετικό ότι δεν άγγιξε διψήφια ποσοστά και είναι πολύ μακριά από τα ποσοστά ακροδεξιών κομμάτων στην Ευρώπη. Και αυτό δεν οφείλεται στις φιλότιμες προσπάθειες του Αντ. Σαμαρά, ο οποίος την καταγγέλλει ως εγκληματική οργάνωση μόνο όταν βλέπει τη διαρροή των ψηφοφόρων του προς αυτήν, ενώ την ίδια στιγμή ο ίδιος συνεχίζει να έχει ακροδεξιούς συνεργάτες που φλερτάρουν με την ηγεσία της Χ.Α.
Η διατήρηση της Ακροδεξιάς σε μονοψήφιο ποσοστό οφείλεται στην ελπίδα που δίνει στους απελπισμένους -όλους όσους το Μνημόνιο και η νεοφιλελεύθερη πολιτική θέλει να βγάλει εκτός κοινωνίας- η Αριστερά, και συγκεκριμένα ο ΣΥΡΙΖΑ.
Οι ΑΝ.ΕΛΛ. ακολουθούν επίσης πτωτική πορεία (με αργούς ρυθμούς, είναι αλήθεια), μια και το αντιμνημονιακό προφίλ δεν αρκεί για να διατηρηθεί η συνοχή σε ένα κόμμα που, σε θέματα δημοκρατίας, συνυπάρχουν στο εσωτερικό του αντίθετες απόψεις.
Η ΔΗΜ.ΑΡ. καταποντίστηκε πληρώνοντας τόσο τη συμμετοχή της στην κυβέρνηση, όσο και την αποχώρησή της από αυτή, μια και δυσαρέστησε εξίσου τις δύο τάσεις που επικρατούν (επικρατούσαν) στο εσωτερικό της.
Το παράδειγμα της συμμετοχής του "αντιμνημονιακού" ΛΑΟΣ στη μνημονιακή κυβέρνηση Παπαδήμου δεν την προβλημάτισε, παρόλο που πολλοί την είχαν προειδοποιήσει. Όμως η ΔΗΜ.ΑΡ. πληρώνει, και καλώς πληρώνει, και ένα άλλο μεγάλο ιστορικό της λάθος.
Όταν μετά τις εκλογές του Μαΐου του 2012 ο ΣΥΡΙΖΑ κάλεσε τα κόμματα της ευρύτερης Αριστεράς σε μια κυβέρνηση ισότιμης συνεργασίας, η ΔΗΜ.ΑΡ., με μικροκομματικά κριτήρια και μικρόψυχες μνησικακίες, διάλεξε την ίση απόσταση από τους δύο βασικούς αντιπάλους που ανέδειξαν οι εκλογές του Μαΐου του '12. Μια γενναιόδωρη και αριστερή στάση της ΔΗΜ.ΑΡ., που θα δήλωνε καθαρά την πρόθεσή της να στηρίξει μια αριστερή κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ, θα είχε κατά πάσα πιθανότητα αλλάξει τα δεδομένα των εκλογών του Ιουνίου. Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να έπαιρνε το κρίσιμο 2% της διαφοράς του από τη Ν.Δ. και ακολούθως να γινόταν κυβέρνηση με εταίρο τον Φ. Κουβέλη. Οι παλινωδίες της ΔΗΜ.ΑΡ. την οδήγησαν, αναπόφευκτα, στην πολιτική εξαφάνιση. Ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ, που καθιερώθηκε πλέον ως πρώτο κόμμα, επεξεργάζεται και βελτιώνει τις θέσεις του και είναι έτοιμος να κυβερνήσει για να βγάλει τον τόπο από το πολιτικό αδιέξοδο όπου τον έχουν οδηγήσει τέσσερα χρόνια μνημονιακών κυβερνήσεων και να ανακουφίσει τον χειμαζόμενο ελληνικό λαό.
Οι εκλογές δεν είναι μακριά και τα αδιέξοδα που δημιουργούν οι καταστροφικές πολιτικές των δύο συγκυβερνώντων εταίρων θα απελευθερώσουν επιτέλους την κοινωνία από τον θανάσιμο εναγκαλισμό των αγορών.
* Η Ρία Καλφακάκου είναι πανεπιστημιακός ΑΠΘ