Ο Νάιτζελ Φάρατζ μάς είχε υποσχεθεί έναν εκλογικό σεισμό. Και τήρησε την υπόσχεσή του. Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια οδήγησε ένα κόμμα ερασιτεχνών, από το πουθενά, στη νίκη στην εθνική κάλπη, όπου και πήρε τέσσερα εκατομμύρια ψήφους. Για να βρούμε εθνικές εκλογές τις οποίες κέρδισε κάποιο άλλο κόμμα πλην των Συντηρητικών και των Εργατικών, πρέπει να πάμε πίσω στο 1906. Πολλοί ίσως χλευάσουν τη σύγκριση που επιχειρώ με τις γενικές εκλογές (στις οποίες εφαρμόζεται τελείως διαφορετικό, ισχυρά πλειοψηφικό, εκλογικό σύστημα), αλλά καλά θα κάνουν να μην την υποτιμήσουν: το UKIP ανατρέπει τον παλιό νόμο της βρετανικής πολιτικής που έλεγε ότι «οι οργισμένοι αντάρτες δεν βλέπουν προκοπή».
Το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό της νέας αυτής δύναμης είναι το πόσο λάθος την αντιλαμβανόμαστε. Η κυρίαρχη άποψη ήταν ότι το UKIP μοιάζει λιγάκι με τη φανταστική πόλη Μπριγκαντούν, που εμφανιζόταν για μία ημέρα κάθε εκατό χρόνια. Ποτέ δεν υπολογιζόταν ως σταθερή δύναμη: αναδυόταν από την ομίχλη μία φορά στα πέντε χρόνια, δημιουργούσε μια αναστάτωση κάθε φορά που το σύστημα ήταν αναλογικό, και μετά ξαναχανόταν από τον ορίζοντα, καθώς η προσοχή στρεφόταν στο εθνικό κοινοβούλιο. Όλα αυτά συνοδεύονταν από την πεποίθηση πως το UKIP δεν ήταν παρά η βαλβίδα ασφαλείας για την εκτόνωση των πιο συντηρητικών από τους ευρωσκεπτικιστές.
Και οι δύο αυτές βεβαιότητες έχουν πια καταρρεύσει. Εκείνοι οι οποίοι επιμένουν πως το UKIP δεν είναι παρά ένα πυροτέχνημα, υποτιμούν το βάθος της οργής που αισθάνονται οι στριμωγμένοι οικονομικά, χαμηλής ειδίκευσης εργαζόμενοι και αγνοημένοι κοινωνικά ψηφοφόροι, που αποτελούν τον σκληρό πυρήνα του εκλογικού του ακροατηρίου. Αυτοί οι ψηφοφόροι είναι, εδώ και πολλά χρόνια, εξαιρετικά ανήσυχοι γιατί αισθάνονται ότι απειλείται η ταυτότητά τους, οι αξίες τους και ο τρόπος ζωής τους, τόσο από τους μετανάστες και τους διορισμένους ευρωκράτες των Βρυξελλών, όσο και από τις απομακρυσμένες βρετανικές πολιτικές ελίτ. Ποτέ στο παρελθόν οι ψηφοφόροι της εργατικής τάξης δεν έχουν αισθανθεί τόσο αποκομμένοι από τα πολιτικά πράγματα και τόσο έτοιμοι να αποδεχθούν μια ακραία εναλλακτική. Αγνοημένοι για χρόνια από μια κοσμοπολίτικη, μορφωμένη και προοδευτική ελίτ, αντιμέτωποι με τη λοιδορία και την περιφρόνησή της, έλαβαν τη συλλογική απόφαση να προσέλθουν στις κάλπες με όλες τους δυνάμεις και να απορρίψουν συλλήβδην τον πολιτικό κόσμο της Βρετανίας.
Ο Φάρατζ διείδε αυτή την τάση και απευθύνθηκε σε αυτούς που νιώθουν παρατημένοι, μπερδεύοντας στο μυαλό τους τα ζητήματα της Ευρώπης και της μετανάστευσης. Αναγνώρισε, κι αυτό αποδείχθηκε κρίσιμο, ότι οι αγωνίες του κόσμου αυτού ριζώνουν σε θέματα τόσο ταυτότητας όσο και οικονομίας. Και επιβραβεύθηκε με τόσο εντυπωσιακά αποτελέσματα σε κάποιες περιοχές (με ποσοστά κοντά στο 50%), που δίνουν πολλές ελπίδες στο UKIP για τις εκλογές του 2015.
Πολλοί θα υποστηρίξουν τις επόμενες ημέρες ότι η ψήφος αυτή εκφράζει μια διαμαρτυρία που γρήγορα που θα εξατμιστεί. Ωστόσο, αυτή η ανάγνωση αγνοεί τις σοβαρές ενδείξεις ότι ο Φάρατζ είναι έτοιμος να οικοδομήσει μια πολύ πιο μόνιμη συμμαχία, τόσο με τους απογοητευμένους εργάτες ψηφοφόρους των Τόρηδων, όσο και με τα φτωχά και περιθωριοποιημένα στρώματα που θα μπορούσαν, υπό άλλες συνθήκες, να χαρίσουν μια άνετη πλειοψηφία στους Εργατικούς. Όσοι υποστηρίζουν ότι η επιρροή του UKIP στους τελευταίους είναι υπερτιμημένη, ας ρίξουν μια ματιά σε περιοχές όπως το Ντάρλινγκτον, το Κίνγκστον-απόν-Χαλ, το Χάρτλπουλ, το Μίντλεσμπρο, το Ρόδεραμ, το Στόκτον-ον-Τηζ, το Ουέικφιλντ, καθώς και σε μέρη της Ουαλίας. Πρόκειται για «κάστρα» των Εργατικών, τα οποία πλέον είναι στα χέρια ενός αντάρτη ακροδεξιού.
Στον απόηχο των ευρωεκλογών πριν από μια δεκαετία, το 16% που είχε λάβει το UKIP είχε περιφρονηθεί ως «αέρας κοπανιστός». Από τότε, η ανταρσία του UKIP απέκτησε τέτοια ορμή που πήρε με το μέρος της περισσότερους από έναν στους τέσσερις ψηφοφόρους. Κι όμως, ακόμα και τώρα, η δημόσια συζήτηση στη χώρα δεν έχει ασχοληθεί σοβαρά με τις ρίζες της απήχησης του UKIP, ούτε με τις υποβόσκουσες διαιρέσεις που κατέστησαν δυνατή την άνοδό του. Αντί γι' αυτό, πολλοί κοίταξαν πώς θα περιγελάσουν, θα καταδικάσουν και θα αποκλείσουν το κόμμα αυτό από την πολιτική μας ζωή. Αυτή η προσέγγιση απέτυχε παταγωδώς. Ήρθε πλέον η ώρα για μια σοβαρή συζήτηση για τις ρίζες αυτής της ανερχόμενης αποτρόπαιας ανταρσίας.
*O Μatthew Goodwin διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Νότινγχαμ και είναι ειδικός σε θέματα ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς. Το άρθρο δημοσιεύθηκε στον «Guardian», στις 26.5.2014.
Μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου
Ένας τρόπος εξορκισμού της μαζικής υποβάθμισης
του Willy Pelletier
Ίσως είναι μόνο η αρχή. Οι εκλογικές επιδόσεις του Εθνικού Μετώπου (ΕΜ) θα συνεχίσουν να αυξάνονται, στον βαθμό που, σε όλους τους τομείς, ο νεοφιλελεύθερος «εκσυγχρονισμός» αυξάνεται και οι συνέπειές του διευρύνονται, όλο και περισσότεροι άνθρωποι θα βρίσκονται σε καθεστώς επισφάλειας, δεν θα μπορούν πλέον να αντεπεξέλθουν, θα φοβούνται το μέλλον και θα πιστεύουν πως οι πιο κοντινοί σε αυτούς κοινωνικά τα βγάζουν πέρα ευκολότερα. Οι ψήφοι του ΕΜ προέρχονται από δομικές μετατροπές που επηρεάζουν διαφορετικά κοινωνικά στρώματα και αλλάζουν τις σχέσεις εντός τους καθώς και μεταξύ των μελών τους. Για τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα των αστικών «συνοικιών», ο (κοινωνικός) υποβιβασμός που οφείλεται στη μακροχρόνια ανεργία, η απομόνωση σε υποβαθμισμένες εργατικές κατοικίες, η συμπίεση των εισοδημάτων και η αποτυχία του εκπαιδευτικού συστήματος, τα οδηγούν να ζουν σε συνθήκες που θεωρούσαν ότι έχουν αποφύγει: όπως οι μετανάστες. Επομένως, η ψήφος στο ΕΜ εκφράζει μια φοβία να μετακυλίσουν στην κατάσταση που προσπάθησαν να αποφύγουν, έναν τρόπο εξορκισμού της συλλογικής υποβάθμισης που εμφιλοχωρεί στην απομόνωση, παραμερίζοντας συμβολικά τους αντικειμενικά πιο κοντινούς. Παλιότερα, οι εργατικές συλλογικότητες απέφευγαν να δουν τον συνάδελφό τους στο εργασιακό περιβάλλον ή τον γείτονά τους στη συνοικία, τον μετανάστη ή τον νέο ως ουσιαστική απειλή.
Με την εξατομίκευση των εργασιακών σχέσεων και την ελαστικότητα, η αντίληψη για έναν κοινό αγώνα «ενάντια στα αφεντικά» έγινε δύσκολη. Η όξυνση του ανταγωνισμού για την εργασία, καθώς και εντός αυτής, ευνοεί την ατομική αναδίπλωση (ο καθένας για τον εαυτό του) καθώς και μια αίσθηση ανημπόριας, που προδιαθέτει θετικά κάποιον να εμπιστευθεί έναν «αρχηγό», ιδίως εάν αυτός προσφέρει μια νέα θετική ταυτότητα («εμείς, οι Γάλλοι») και απλές λύσεις για «να τη βγάλουμε καθαρή»: απέλαση μεταναστών, να ξανακάνουμε τη Γαλλία δυνατή για τους Γάλλους κλπ. Σε σχέση με αυτά δεν εκπλήσσει το ότι νέοι με μέλλον μπλοκαρισμένο, που βιώνουν όλους τους νέους ανταγωνισμούς, χωρίς να διαθέτουν το οικονομικό ή πολιτισμικό κεφάλαιο για να τους αντιμετωπίσουν με ευκολία, ψηφίζουν ΕΜ, δηλαδή για μια νέα τάξη πραγμάτων που θα συνδεθεί με την «παλιά εποχή», όπου η απόσταση ανάμεσα στις προσδοκίες, τις προσωπικές επιθυμίες και τις αντικειμενικές ευκαιρίες για επιτυχία δεν θα είναι τόσο μεγάλη. Ο Μαρξ επεσήμανε μια ομόλογη διαδικασία μελετώντας τους «αγρότες-καλλιεργητές», αυτή «την τεράστια μάζα της οποίας τα μέλη ζούσαν στις ίδιες συνθήκες χωρίς να είναι προσδεδεμένοι οι μεν στους δε», και που ψήφισαν τον Λουδοβίκο Βοναπάρτη το 1851. Όμως όπως έχει δείξει η Violaine Girard, η ψήφος στο ΕΜ δεν αποτελεί μόνο ψήφο υποβάθμισης και υποβιβασμού. Στα προάστια, μερικοί διπλωματούχοι ανωτέρων τεχνολογικών σχολών, συνταξιούχοι σήμερα και κάτοχοι μικρών πολυτελών οικιών ψήφισαν την Λε Πεν. Κατάφεραν να μετακομίσουν από τις φτωχογειτονιές στα προάστια. Για αυτούς, το να ψηφίσουν Λε Πεν είναι ένδειξη διαφοροποίησης από όσους διαμένουν σε εργατικές κατοικίες (συνήθως οι μετανάστες) ή από όσους εναντιώνονται στην καθεστηκυία τάξη (συνήθως οι νέοι). Δεν έχουν επηρεαστεί από την υποβάθμιση και την αβεβαιότητα, ωστόσο αισθάνονται αποδυναμωμένοι. Για άλλους λόγους: από μια προαγωγή στον χώρο της δουλειάς, από τον φόβο μιας πρόωρης υποχρεωτικής συνταξιοδότησης ή από αβεβαιότητα για τη σχολική επιτυχία και την επαγγελματική αποκατάσταση των παιδιών τους.
Αυτές οι κοινωνικές δυναμικές δεν αρκούν για να εξηγήσουν τα ποσοστά του ΕΜ. Θα πρέπει να μελετήσουμε τις ψήφους στον αγροτικό χώρο. Εδώ προστίθενται αμέσως δύο παράμετροι. Η πρώτη αφορά την πολιτική αντιπροσώπευση των λαϊκών στρωμάτων. Τα μέλη τους είναι μονίμως αποκλεισμένα από τις εκλεγμένες θέσεις. Η συνύφανση του «συμφέροντος» και των ταξικών ταυτοτήτων παρεμποδίζεται, ώστε να δοθεί το προβάδισμα στην προώθηση της εθνικής ταυτότητας ως ταυτότητας πολιτικά νομιμοποιημένης. Δεύτερο σημείο: όσο πιο «διαλυμένα» είναι τα εργατικά συνδικάτα και οι τοπικές συλλογικότητες, τόσο περισσότερο εξαρθρώνονται οι κοινωνικές υπηρεσίες, και εξαπλώνεται η κοινωνική ανασφάλεια. Ενδυναμώνεται, λοιπόν, ο πόλεμος των αδύνατων εναντίον των πιο αδύνατων και των κατώτερων κοινωνικών τάξεων εναντίον της μεσαίας τάξης, ο οποίος τροφοδοτεί με ψήφους το ΕΜ. Αυτή η μάχη ανάμεσα σε γείτονες εντάθηκε από τον νεοφιλελεύθερο «εκσυγχρονισμό» και τις πολιτικές των τελευταίων τριάντα ετών.
*Ο Willy Pelletier είναι κοινωνιολόγος. Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην «Humanité», στις 27.5.2014.
Μετάφραση: Σοφία Φραγκουλοπούλου
Προστασία vs νεοφιλελευθερισμός
του Nicolas Lebourg
Γιατί ο κοινωνικός θυμός επιλέγει το ΕΜ αντί να συστρατευθεί με τους αριστερούς; Η αριστερά της Αριστεράς παραβλέπει ότι ο φιλελευθερισμός έχει δύο συστατικά: το οικονομικό και το πολιτισμικό. Το Μέτωπο της Αριστεράς αντιμάχεται το πρώτο και υπόσχεται το δεύτερο (εξισωτικός ανθρωπισμός, πολυπολιτισμικότητα). Όσον αφορά αυτό ακριβώς το «μελανσονικό» στοιχείο, το Κομμουνιστικό Κόμμα, όπως και το εκλογικό του σώμα, είχε ιστορικά μια πιο ισχυρή σύνδεση με τις αξίες της τάξης Αυτή η γραμμή διασαλεύτηκε σε κάθε περίπτωση από το λαϊκίστικο στυλ του Ζαν-Λυκ Μελανσόν (λόγου χάρη από τις δηλητηριώδεις ατάκες του για τους δημοσιογράφους), ο οποίος όχι μόνο δεν βρήκε ανταπόκριση στα δημόσια μέσα, αλλά έχασε και τους ψηφοφόρους του 2012 (αστούς, διπλωμάτες, δημόσιους υπάλληλους).
Η ψήφος στο ΕΜ εμφανίστηκε σε ένα τμήμα του εκλογικού σώματος της Αριστεράς όχι πλέον ως προδοσία στην «αντιφασιστική» παράδοση, αλλά ως συστατικό ιδεολογικού εφαλτηρίου ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό. Σήμερα, το ΕΜ εμφανίζεται ικανό να προτείνει πλήρη προστασία, διαθέτοντας έναν λόγο αλάνθαστης εθνικής κυριαρχίας (πολιτικής, οικονομικής, πολιτισμικής), που υπόσχεται στον ψηφοφόρο όλων των κοινωνικών τάξεων ότι θα είναι προστατευμένος από την οικονομική και πολιτισμική παγκοσμιοποίηση και θα απολαμβάνει τα κέρδη του επιχειρηματικού καπιταλισμού (μοτίβο του «έξυπνου προστατευτισμού»), την προστασία του κράτους-πρόνοιας (μοτίβο της «εθνικής προτίμησης»). Αν η Αριστερά δεν επαναπροσδιορίσει τη σχέση της με τον φιλελευθερισμό, ρισκάρει την ύπαρξή της το 2017.
*Ο Nicolas Lebour είναι ιστορικός με ειδίκευση στην άκρα Δεξιά. Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφ. «Humanité», στις 27.5.2014.
Μετάφραση: Σοφία Φραγκουλοπούλου