Live τώρα    
Η κρίση στην Ουκρανία και η Ελλάδα
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η κρίση στην Ουκρανία και η Ελλάδα

Οι πολιτικές, που ακολουθεί τα τελευταία χρόνια η Ε.Ε. τόσο στα ζητήματα της οικονομίας όσο και της εξωτερικής πολιτικής, απομακρύνουν όλο και περισσότερο την προοπτική να αναδειχθεί σε κυρίαρχη κι ανεξάρτητη δύναμη στη διεθνή σκηνή. Αν η Ε.Ε. αφεθεί στη δίνη της ουκρανικής κρίσης, ενδεχόμενη κλιμάκωσή της θα οδηγήσει σε αναθέρμανση των διενέξεων στην ευρύτερη «γειτονιά» της, καθώς και στην αναζωπύρωση των αναχρονιστικών διαιρέσεων μεταξύ «Παλιάς» και «Νέας» Ευρώπης. Η επαπειλούμενη μετεξέλιξη της ουκρανικής κρίσης σε γενικότερη γεωπολιτική κρίση, με επιδίωξη να «στριμωχθεί» η Ρωσία και οι πρώην σοβιετικές δημοκρατίες να μετατραπούν σε διαφιλονικούμενη «λεία» στο πλαίσιο αναδιάταξης των σφαιρών επιρροής, θα αποβεί σε βάρος όχι μόνο της ευρωπαϊκής ασφάλειας, αλλά και της ίδιας της Ε.Ε. - που έτσι κι αλλιώς βρίσκεται υπό αίρεση λόγω του εκρηκτικού μείγματος νεοφιλελεύθερων οικονομικών ιδεοληψιών και κοντόφθαλμα εθνικών στρατηγικών, πρωτίστως της Γερμανίας.

Παρά τα φαινόμενα ή ακόμα και τα «τιτιβίσματα» τύπου Τιμοσένκο για μετατροπή της Ρωσίας σε «καμένη γη» με χρήση πυρηνικών - η ίδια διέψευσε ως μοντάζ μόνο το κομμάτι της συνομιλίας της, στο οποίο αναφερόταν τα περί πυρηνικών ως λύση για τα 6 εκατομμύρια Ουκρανών ρωσικής καταγωγής - είναι σαφές ότι κανένα από τα εμπλεκόμενα μέρη στην ουκρανική κρίση δεν προσανατολίζεται σε ένα νέο Ψυχρό Πόλεμο. Ο πρόεδρος της Ρωσικής Δημοκρατίας έχει επανειλημμένα υπογραμμίσει τον πολυπολικό χαρακτήρα του διεθνούς συστήματος. Αλλά και ο πρόεδρος των ΗΠΑ στη συνέντευξή του προχθές στη Χάγη, δήλωσε ότι η Ρωσία δεν είναι η υπ' αριθμόν 1 απειλή για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ, σημειώνοντας ότι ο ίδιος ανησυχεί περισσότερο για την πιθανότητα να πυροδοτηθεί κάποιο πυρηνικό όπλο στο Μανχάταν!

Στην Ε.Ε., παρά τις έξωθεν πιέσεις αλλά και τον σταθερό προσανατολισμό ορισμένων ανατολικοευρωπαϊκών χωρών στον αποκλεισμό της Μόσχας από τα ευρωπαϊκά δρώμενα, τόσο η Γερμανία όσο και η Βρετανία διαβλέπουν το πιθανό αρνητικό αντίκτυπο που θα έχουν στις οικονομίες τους οι, προς το παρόν μάλλον ήπιου χαρακτήρα, κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας. Και αυτό δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, με 6.000 γερμανικές εταιρείες να έχουν υποκαταστήματα στη Ρωσία, τις γερμανικές επενδύσεις στη χώρα να φτάνουν τα 320 δισ. και τις εμπορικές ανταλλαγές μεταξύ Ρωσίας και Γερμανίας για το 2013 στα 77 δις...

Και ο ίδιος ο Ομπάμα, όμως, είναι φανερό ότι υπολογίζει, με δεδομένες τις εύθραυστες, μετά το 2008, ισορροπίες στις ΗΠΑ, στην Ε.Ε. αλλά και στην παγκόσμια οικονομία, το κόστος από έναν ψυχροπολεμικό αποκλεισμό της Ρωσίας μάλλον στη σφαίρα του απαγορευτικού. Αυτό δε σημαίνει, βέβαια, ότι οι κίνδυνοι κλιμάκωσης μέσω τυχόν εφαρμογής από την Ε.Ε., υπό το κράτος των αμερικανικών πιέσεων, του λεγόμενου «τρίτου σταδίου στοχευμένων μέτρων» είναι εντελώς αμελητέοι.

Το κλειδί για να εκτονωθεί η κρίση βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την εύθραυστη, αλλά γενικευμένη αποδοχή ενός πολυπολικού πλαισίου. Για να αποσοβηθεί ο κίνδυνος ανάφλεξης της περιοχής είναι απαραίτητο να υπάρξουν αμοιβαίοι συμβιβασμοί, με την άμεση απεμπλοκή του ΝΑΤΟ και την ταυτόχρονη στήριξη αποστολών του ΟΑΣΕ και του ΟΗΕ στην Ουκρανία, με συγκεκριμένες όμως εντολές, διαμορφωμένες από κοινού με τη Ρωσία. Απ' την πλευρά της η Ε.Ε. θα πρέπει να σταματήσει να παρέχει νομιμοποίηση στον εσμό υπερεθνικιστικών - φασιστικών δυνάμεων που συναπαρτίζουν την τωρινή κυβέρνηση, επαναφέροντας σε ισχύ τη συναινετικά διαμορφωμένη συμφωνία της 21ης Φεβρουαρίου ως σημείο εκκίνησης μιας Διεθνούς Διάσκεψης για το ουκρανικό ζήτημα. Στο πλαίσιο αυτό και για να μην πυροδοτηθεί περαιτέρω ο εσωτερικός διχασμός, θα πρέπει να ανασταλεί άμεσα η εφαρμογή της Συμφωνίας Σύνδεσης Ε.Ε. - Ουκρανίας - μέχρι ότου νέες, ακηδεμόνευτες διαβουλεύσεις να διασφαλίσουν ότι το σύνολο του λαού, συμπεριλαμβανομένων των μειονοτήτων και ιδιαίτερα της μεγάλης κοινότητας Ουκρανών πολιτών ρωσικής καταγωγής, θα εκπροσωπείται σε μια μεταβατική κυβέρνηση εθνικής ενότητας.

Μια ελληνική κυβέρνηση, που παίρνει πράγματι υπόψη τα ουσιαστικά συμφέροντα της χώρας και του λαού της, χρειάζεται να στηριχτεί στον εκ των πραγμάτων πολυπολικό χαρακτήρα του διεθνούς περιβάλλοντος και στην πρακτική υπέρβαση των ψευτοδιλημμάτων του παρελθόντος για το αν «ανήκομεν στη Δύση» ή στην Ανατολή. Ένα τέτοιο πλαίσιο ευθυγραμμίζεται με τα πραγματικά συμφέροντα της χώρας και του λαού μας, που λόγω ιστορίας, πολιτισμού και γεωγραφικής θέσης θα πρέπει επιτέλους να επιδιώξει ενεργά - και όχι απλά και μόνο στα λόγια - τον ρόλο μιας ευρωπαϊκής γέφυρας με τις αναδυόμενες χώρες, με προεξάρχουσα τη Ρωσία. Καθώς η Ελλάδα είναι μέλος της Ε.Ε. αλλά παράλληλα είναι αναγκαίο να ασκεί ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, οι ελληνορωσικές σχέσεις θα πρέπει να έχουν τα χαρακτηριστικά σχέσεων μεταξύ δύο κυρίαρχων χωρών και, βέβαια, ν' αναπτύσσονται χωρίς την παρεμβολή τρίτων. Συνδυάζοντας τις διακρατικές συμφωνίες με το μοντέλο των κοινοπραξιών (joint ventures), είναι φανερή η ανάγκη ανάπτυξης της συνεργασίας μας με τη Μόσχα σε τομείς, όπως η ενέργεια, η αγροτική βιομηχανία, το εμπόριο, το χρηματοπιστωτικό σύστημα ή ο τουρισμός. Η ευόδωση μιας τέτοιας προοπτικής θα ενισχύσει εκ των πραγμάτων και τον μακροπρόθεσμο στόχο της πολύπλευρης εμβάθυνσης των ευρωρωσικών σχέσεων, με κομβικό τον ρόλο της Αθήνας, στους τομείς της ασφάλειας, της ενεργειακής και της βιομηχανικής πολιτικής, του πολιτισμού και της επιστήμης.

Σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή οι κυρίαρχες δυνάμεις της Ε.Ε. και η Αθήνα δεν επανέλθουν στη διπλωματική οδό, αλλά επιλέξουν τον ρόλο τοποτηρητών τρίτων δημιουργώντας τα σπέρματα για τη δημιουργία ενός «ευρασιατικού ζητήματος», είναι φανερό ότι η Μόσχα δεν θα διστάσει να υπερασπιστεί τα νόμιμα συμφέροντα ασφαλείας της, όπως έπραξε και στην περίπτωση της Κριμαίας. Αυτό, στην περίοδο που διανύουμε, θα έχει λιγότερες αρνητικές επιπτώσεις για τα ρωσικά ή τα αμερικανικά συμφέροντα από ό,τι για την Ευρώπη, και ιδιαίτερα για μια λεηλατημένη, από τα Μνημόνια και τις πολιτικές τους, Ελλάδα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0