Δεν έχουν περάσει και τόσα πολλά χρόνια ώστε να έχουν λησμονήσει αναλυτές και δημοσιολογούντες των συστημικών ΜΜΕ την εποχή που η Αριστερά επικρατούσε σε επιστημονικούς συλλόγους και φορείς, από τους μηχανικούς μέχρι τους δικηγόρους, την ίδια ώρα που οι ποικιλόχρωμοι κομματικοί της φορείς παρέμεναν σε μονοψήφια ποσοστά στις βουλευτικές εκλογές, ενώ ο παραδοσιακός, τότε, δικομματισμός ΠΑΣΟΚ - Ν.Δ. προσέγγιζε ή και ξεπερνούσε το 80%.
Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν δημιουργεί προβληματισμό η μειωμένη επιρροή που καταγράφουν συνδυασμοί της ριζοσπαστικής Αριστεράς στις αντίστοιχες εκλογικές αναμετρήσεις σήμερα. Απλώς αυτά τα αποτελέσματα πρέπει να ιδωθούν μέσα στο ιδιαίτερο πλαίσιο μιας συνδικαλιστικής αναμέτρησης, των συμμαχιών που γίνονται (ή δεν γίνονται) ή της εμβέλειας των προσώπων, το πλαίσιο δηλαδή μέσα στο οποίο εξετάζονταν και τότε τα αποτελέσματα. Όμως, όπως και τότε έτσι και σήμερα, δεν είναι δυνατόν να συγκρίνονται μήλα με πορτοκάλια για να εξαχθούν γενικά πολιτικά συμπεράσματα.
Αν υπάρχει, άλλωστε, ένα στοιχείο που πρέπει να κρατήσουμε από όλα τα τελευταία αποτελέσματα σε επιστημονικούς - συνδικαλιστικούς φορείς σε σχέση με το γενικό πολιτικό σκηνικό, αυτό μάλλον προκύπτει από τα υψηλότατα ποσοστά αποχής. Πόσο μάλλον που τα ποσοστά αυτά, που δείχνουν ότι ψηφίζουν σταθερά λιγότεροι από έναν στους δυο, συμπίπτουν με τη σταθερά αυξητική τάση αποχής που έχει διαφανεί στις εθνικές εκλογικές αναμετρήσεις των τελευταίων ετών και ακόμα περισσότερα με τα αντίστοιχα δημοσκοπικά ευρήματα, τα οποία δείχνουν να διαχέεται σε όλο και περισσότερα στρώματα του πληθυσμού η έλλειψη εμπιστοσύνης προς το πολιτικό προσωπικό και την πολιτική. Όλο και περισσότεροι αρνούνται ακόμα και να απαντήσουν στις δημοσκοπήσεις και απ' όσους απαντούν, εκτός από τα αυξημένα ποσοστά όσων "δεν ξέρουν - δεν απαντούν", μεγαλώνουν ανησυχητικά τα ποσοστά εκείνων που δηλώνουν ότι δεν είναι βέβαιοι για την επιλογή που μόλις έχουν εκφράσει...
Η πολιτική του σοκ και δέους, η οποία εφαρμόζεται σταθερά από την είσοδο της χώρας στην εποχή των Μνημονίων, έχει αρχίσει να αποδίδει μια απελπισία η οποία τροφοδοτείται και εντείνεται από τη σταθερή πρακτική του συνεχούς υποβιβασμού των κοινοβουλευτικών διαδικασιών από τις μνημονιακές κυβερνήσεις με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, νομοσχέδια που ψηφίζονται ως ένα άρθρο, άσχετες τροπολογίες και συνεχείς εκβιασμούς βουλευτών και πολιτών μέσω της επίκλησης των μονοδρόμων. Σε αυτό το πλαίσιο και παράλληλα με την κατάρρευση του κυβερνώντος επί δεκαετίες δικομματισμού από το εκλογικό 80% των περασμένων ετών στο σημερινό δημοσκοπικό 30% και κάτι, φουντώνει το καλλιεργούμενο και από τα συστηματικά Μέσα κλίμα αναξιοπιστίας των πολιτικών σχηματισμών.
Προκειμένου να ανακοπεί η άνοδος της Αριστεράς και, κυρίως αυτό, να υπονομευτεί η αξιοπιστία (ακόμα και η ύπαρξη) εναλλακτικής πρότασης στις ακολουθούμενες νεοφιλελεύθερες πολιτικές λιτότητας, κάποιοι έπαιξαν -και παίζουν- με τη φωτιά οδηγώντας πλήθος απογοητευμένων πολιτών σε αντιπολιτικές στάσεις που σε κάποιες περιπτώσεις εκτρέπονται προς την Ακροδεξιά. Παράλληλα, ενόψει ευρωεκλογών, καταγράφηκαν λιγότερο ώς περισσότερο πολιτικές προσπάθειες κάλυψης του λεγόμενου κεντρώου χώρου που, χωρίς κοινωνικές αναφορές και αναμασώντας κοινοτοπίες, επιχειρούν να προσελκύσουν απογοητευμένους ψηφοφόρους δημιουργώντας αναχώματα προς τα αριστερά.
Αν υπάρχει κάτι, επομένως, που πρέπει να αντιμετωπίσουν οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι αυτή την τάση απογοήτευσης και ιδιώτευσης. Και αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά μόνον με την πειστική και σταθερή προβολή της εναλλακτικής της πρότασης και της ανάγκης κινητοποίησης ευρύτερων κοινωνικών δυνάμεων για την εμπέδωσή της.