Σύμφωνα με τις τελευταίες ειδήσεις των γερμανικών ΜΜΕ, η ελληνική κυβέρνηση έχει ζητήσει και νέα χρηματοδοτική "βοήθεια" προβάλλοντας ως επιχείρημα την πρόοδό της σε σχέση με τις υποχρεώσεις που ανέλαβε με τα προηγούμενα δύο Μνημόνια1. Οι κοινοτικοί εταίροι, όμως, θέτουν ως όρο την επιτάχυνση των μέτρων απορρύθμισης της αγοράς εργασίας και γενικότερα της οικονομίας. Κι επειδή ακόμη και απλοί όροι, όπως η λέξη "βοήθεια", χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από την κυρίαρχη πολιτική τάξη και ιδεολογία, αξίζει να δούμε τι σημαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση και γιατί περισσότερη "βοήθεια" του είδους που παρέχεται στην Ελλάδα από το 2010 είναι απορριπτέα.
H ελληνική κυβέρνηση έχει ήδη λάβει δύο πακέτα "βοήθειας", το 2010 και το 2012. Τα πακέτα αυτά αποτελούν στην ουσία βραχυπρόθεσμο δανεισμό με όρους αγοράς (επιτόκιο - λήξη), που ελαφρύνθηκαν μόλις τον Νοέμβριο 2012. Έως σήμερα έχει εισπραχθεί το ποσό των 215 δισ. ευρώ (87% από την Ε.Ε. και 13% από το ΔΝΤ), ενώ απομένουν προς είσπραξη ακόμη 22 δισ. ευρώ. Από το ποσό αυτό, 73 δισ. ευρώ προήλθαν από τον δανεισμό του 2010 και 142 δισ. ευρώ από εκείνον του 2012.
Ο παραπάνω δανεισμός έγινε με την προϋπόθεση της άσκησης σκληρής πολιτικής λιτότητας, απορρύθμισης της αγοράς εργασίας κ.ά. τομέων ιδιωτικοποίησης της δημόσιας περιουσίας, προώθησης της ιδιωτικοποίησης της υγείας, της παιδείας και της κοινωνικής ασφάλισης. Η διά του δανεισμού "βοήθεια" προς την Ελλάδα στην πραγματικότητα εξυπηρέτησε τις ανάγκες των ευρωπαϊκών τραπεζών, κυρίως γερμανικών, γαλλικών και ολλανδικών, ενώ επιβάρυνε ανεπανόρθωτα την ελληνική οικονομία και βεβαίως τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού.
Ειδικότερα, το 2010 οι εν λόγω τράπεζες διέθεσαν τα ελληνικά κρατικά ομόλογα που είχαν στο χαρτοφυλάκιό τους στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία έθεσε σε εφαρμογή το νεοσύστατο "Πρόγραμμα Αγοράς Τίτλων" στη δευτερογενή αγορά (Securities Market Programme). Με άλλα λόγια, τον Μάιο του 2010, αντί του κουρέματος του ελληνικού δημοσίου χρέους, όπως ακόμη και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έκρινε σκόπιμο, προτιμήθηκε η δανειοδότηση της Ελλάδας. Εξάλλου η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ απέκλεισε το ενδεχόμενο κουρέματος, όπως έγινε αργότερα γνωστό2. Με τον τρόπο αυτό οι ευρωπαϊκές τράπεζες απαλλάχτηκαν από τα ελληνικά κρατικά ομόλογα εξοικονομώντας χρόνο για τις δικές τους τακτικές κινήσεις.
Το 2012 συνήφθη νέο πακέτο, αυτή τη φορά με το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, το οποίο εκδίδει ομόλογα με την εγγύηση των κρατών - μελών της Ε.Ε.3 Κεντρικός όρος του νέου πακέτου ήταν η αναδιάρθρωση του χρέους με (1) την ανταλλαγή παλαιών ομολόγων με νέα μικρότερης αξίας και μεγαλύτερης διάρκειας και (2) την επαναγορά των (νέων) ομολόγων από το Δημόσιο. Πράγματι, τον Απρίλιο 2012 αντηλλάγησαν ομόλογα συνολικής αξίας 199,2 δισ. ευρώ με νέα αξίας 62,4 δισ. ευρώ, καθώς και με ομόλογα EFSF αξίας 29,7. Όμως, το κόστος ανταλλαγής -το οποίο χρηματοδοτήθηκε από το δεύτερο δάνειο- έφθασε στο ποσό των 93,5 δισ. ευρώ λόγω των "κινήτρων" που δόθηκαν στους ομολογιούχους. Συνεπώς το όφελος από το κούρεμα του 2012 ήταν πολύ μικρότερο από το "κούρεμα", δηλ. τη μείωση της αξίας των ομολόγων.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η μεταχείριση των ομολογιούχων δεν ήταν ενιαία. Έτσι, ενώ οι ευρωπαϊκές και οι ελληνικές τράπεζες αποζημιώθηκαν για την περικοπή της αξίας των ομολόγων που είχαν στην κατοχή τους, τα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία, οι μικροεπενδυτές, οι εργαζόμενοι του Δημοσίου που είχαν λάβει κρατικά ομόλογα ως αποζημίωση, καθώς και επιχειρήσεις που είχαν επίσης λάβει κρατικά ομόλογα έναντι των οφειλών του Δημοσίου βρέθηκαν με περιουσιακά στοιχεία (ομόλογα) μειωμένης αξίας.
Επισημαίνεται ότι η ΕΚΤ, αν και κατείχε το 16,3% των ελληνικών κρατικών ομολόγων τον Φεβρουάριο 2012, δεν συμμετείχε στην ανταλλαγή ομολόγων. Αντιθέτως, αποκόμισε κέρδη από την είσπραξη της ονομαστικής αξίας των ομολόγων κατά τη λήξη τους, ενώ συμφώνησε να επιστρέφει στην Ελλάδα τη σχετική διαφορά από το 2013.
Τον Δεκέμβριο του 2012 πραγματοποιήθηκε επαναγορά (νέων) ομολόγων αξίας 31,9 δισ. ευρώ, για την οποία χρησιμοποιήθηκε το ποσό των 11,3 δισ. ευρώ από το δεύτερο δάνειο. Ωστόσο, η τιμή επαναγοράς αυξήθηκε κατά τουλάχιστον 20% μετά την ανακοίνωση της πρόθεσης επαναγοράς, επιβεβαιώνοντας την παρατήρηση ότι η επαναγορά χρέους ωφελεί τους πιστωτές. Η συμμετοχή των ελληνικών τραπεζών έφθασε στο ποσό των 17 δισ. ευρώ (53%) και αντισταθμίστηκε από ανάλογη χρηματοδότηση από το δεύτερο δάνειο.
Σημειώνεται ότι, μετά την αναδιάρθρωση του χρέους, το 80% οφείλεται στους λεγόμενους "επίσημους δανειστές", δηλ. το ΔΝΤ (8%), την ΕΚΤ (16%), το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και τα κράτη - μέλη της Ευρωζώνης (56%). Με άλλα λόγια, οι εγγυητές του ελληνικού δημόσιου χρέους είναι οι φορολογούμενοι της Ελλάδας, καθώς και των άλλων χωρών της Ευρωζώνης!
Παρατηρούμε λοιπόν ότι η "βοήθεια" προς την Ελλάδα εξυπηρετεί πρώτιστα τις ανάγκες και τις επιδιώξεις του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, καθώς και τους ευρύτερους στόχους του ιδιαίτερα επιθετικού μετά την κρίση νεοφιλελευθερισμού. Αυτό είναι το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και η συζήτηση για νέο, τρίτο δάνειο ή "βοήθεια".
Ειδικότερα, οι υποχρεώσεις της Ελλάδας προς τους πιστωτές το 2014 ανέρχονται στο ποσό των 6,2 δισ. ευρώ για τόκους και 25,4 δισ. ευρώ για αποπληρωμή χρέους, το οποίο αναλύεται ως εξής: 16,8 δισ. ευρώ για ομόλογα λήξης το 2014, 7,4 δισ. ευρώ για δάνεια ΔΝΤ και 1,2 για λοιπά δάνεια4. Τα ομόλογα είναι κατά κύριο λόγο στην κατοχή της ΕΚΤ.
Σύμφωνα με την Τρίτη Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την πορεία του δεύτερου Μνημονίου, το 2014 προβλέπεται η ύπαρξη "χρηματοδοτικού κενού", αδυναμία δηλαδή πλήρους κάλυψης των δανειακών υποχρεώσεων του κράτους. Τούτο εκτιμάται σε ποσό ύψους 6,8 δισ. ευρώ, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του προκύπτει το πρώτο εξάμηνο του 2014. Δεν είναι συνεπώς τυχαίο ότι οι αναφορές στον γερμανικό Τύπο κάνουν λόγο για νέο δάνειο ύψους 10-20 δισ. ευρώ.
Το ενδεχόμενο νέου, τρίτου δανεισμού είναι απορριπτέο γιατί θα αυξήσει περαιτέρω το ήδη δυσβάστακτο δημόσιο χρέος της χώρας, καθώς και γιατί συνεχίζει την πεπατημένη της λιτότητας. Στις συνθήκες αυτές, τι μπορεί να γίνει;
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται από το ποιος το θέτει. Έτσι, η γερμανική κυβέρνηση φαίνεται ότι επιλέγει τον εκ νέου δανεισμό της Ελλάδας, συνεχίζοντας την πολιτική τού "βλέποντας και κάνοντας" των τελευταίων ετών. Η ΕΚΤ δεν συζητά τη μείωση της αξίας των ομολόγων που έχει στην κατοχή της, παρά το γεγονός ότι η χρηματοδοτική στήριξη που έχει παράσχει στις ιδιωτικές τράπεζες μετά το 2009 είναι άπλετη και χωρίς όρους. Η ελληνική κυβέρνηση εμφανίζεται να μιλά με δύο γλώσσες, εσωτερικής κατανάλωσης -αίτημα επιμήκυνσης του χρέους- και εξωτερικής συμμόρφωσης - αίτημα νέου δανείου.
Ο ΣΥΡΙΖΑ απαντά με το αίτημα της διαγραφής του "μεγαλύτερου μέρους" του δημόσιου χρέους. Εκείνο το οποίο πρέπει να αποσαφηνιστεί είναι η διαδικασία μέσω της οποίας θα οριστεί το προς διαγραφή τμήμα του χρέους. Η διαδικασία αυτή οφείλει να είναι αποδεκτή από την κοινωνία όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, περιλαμβανόμενης της Γερμανίας, λαμβάνοντας υπόψη την υφιστάμενη διάρθρωση του χρέους.
Ο ΣΥΡΙΖΑ επίσης προτείνει τη σύγκληση διεθνούς συνεδρίου για το χρέος, κατ' αντιστοιχία προς το συνέδριο για τις γερμανικές οφειλές μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η πρόταση αυτή πράγματι θέτει το ζήτημα σε δημόσια διαβούλευση. Η διευθέτηση, όμως, του χρέους (ή τμήματός του) θα διαρκέσει αρκετό χρόνο. Ένα τέτοιο συνέδριο δεν μπορεί παρά να είναι η αρχή της διαδικασίας. Το νέο υπόδειγμα, το οποίο θα οικοδομηθεί με τον τρόπο αυτό, έχει ευρείες προεκτάσεις στον βαθμό που αφορά το μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης με όρους δημοκρατίας και κοινωνικής δικαιοσύνης.
1. Der Spiegel Online, "Strings attached: Berlin weighs new aid package for Greece", 4.2.2014.
2. Τα Νέα, "Ο τζόγος με το χρέος της Ελλάδας", Ειρ. Χρυσολωρά, 3.2.2014.
3. Σημειώνεται ότι το EFSF έχει εγγυημένο κεφάλαιο 780 δισ. ευρώ, στο οποίο η Ελλάδα συμμετέχει με το ποσό των 21,9 δισ. ευρώ.
4. European Economy, Occasional Papers, No. 159, 7/2013, σελ. 49