Η κρίση του ΣτΕ περί αντισυνταγματικότητας των περικοπών του Ν. 4093/2012 στις αποδοχές των ενστόλων δεν αποτελεί κεραυνό εν' αιθρία. Απλή ανάγνωση της προγενέστερης απόφασης του ίδιου δικαστηρίου (υπ. Αριθμ. 668/2012), η οποία είχε αντιθέτως κρίνει θεμιτό το πρώτο Μνημόνιο, θα ήταν αρκετή για να αντιληφθεί κανείς ότι το ΣτΕ είχε θέσει από τότε "κόκκινες γραμμές".
Η πεμπτουσία ήταν η προειδοποίηση ότι το βάρος "δημοσιονομικής προσαρμογής" δεν μπορεί να επιρρίπτεται διαρκώς στους ίδιους (κυρίως μισθωτούς και συνταξιούχους), αλλά πρέπει να κληθούν να συμβάλουν και όσοι συστηματικά φοροδιαφεύγουν, καθώς και ότι υπάρχει ένα ακραίο όριο συνταγματικά ανεκτής επιβάρυνσης.
Όλα αυτά παραβιάστηκαν με τον Ν. 4093/2012, όπως είχε αναλυτικά εκτεθεί στη γνωμοδότηση των Κ. Χρυσόγονου και Α. Καϊδατζή που υποβλήθηκε στη Βουλή τον Νοέμβριο του 2012 κατόπιν ερωτήματος του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Αλ. Τσίπρα. Ωστόσο η μνημονιακή συγκυβέρνηση αγνόησε όχι μόνο την παραπάνω γνωμοδότηση, αλλά και τις παρεμφερείς επισημάνσεις της επιστημονικής υπηρεσίας της Βουλής καθώς, και το χειρότερο όλων, και τις γνωμοδοτήσεις του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι οποίες εντόπιζαν επί μέρους παραβιάσεις συνταγματικών διατάξεων.
Αφού οι κυβερνώντες έσπειραν ανέμους, τώρα θα θερίσουν θύελλες. Τόσο οι ένστολοι όσο και οι υπόλοιποι δημόσιοι υπάλληλοι και οι συνταξιούχοι εφόσον τελούν υπό παρόμοιες συνθήκες μπορούν να ασκήσουν αγωγές κατά του Ελληνικού Δημοσίου και να επιδιώξουν την καταβολή των αποδοχών τους όπως θα ήταν αν δεν υπήρχε ο Ν. 4093, με υψηλή μάλιστα πιθανότητα επιτυχίας.
Έτσι αποδεικνύεται ότι η μνημονιακή πολιτική δεν είναι μόνο καταστροφική και ανάλγητη, αλλά επίσης πρόχειρη και ανεύθυνη.