Live τώρα    
Ένα υπόδειγμα αριστερού διανοούμενου ΜΕΡΟΣ Β'
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ένα υπόδειγμα αριστερού διανοούμενου ΜΕΡΟΣ Β'

ΜΕΡΟΣ Β'

Η έμπρακτη αλληλεγγύη

Στη Θεσσαλονίκη, παρά τη ρητή οδηγία της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, μέλη, συνδικαλιστές και στελέχη του προσέρχονται καθημερινά στο δικηγορικό γραφείο του Πουλιόπουλου, προκειμένου να ζητήσουν τις πάντα αμισθί ή με συμβολικές αμοιβές παρεχόμενες συμβουλές και υπηρεσίες του, τις οποίες εκείνος ποτέ δεν αρνείται. Ο σεβασμός που έχει κατακτήσει από δικαστές, συναδέλφους του, εργαζομένους και αριστερούς είναι μοναδικός.

Ίσως, άλλωστε, και μόνο το γεγονός ότι σε επίσημα κείμενα του ΚΚΕ ή στελεχών της επίσημης γραμμής του δεν θα συναντήσει κανείς ακραίους χαρακτηρισμούς σε βάρος του Πουλιόπουλου, πέρα από αυτούς που ήταν αναγκαίοι για το μέτρο της μεταξύ τους αντιπαράθεσης, ουσιαστικά επιβεβαιώνει την εκτίμηση προς το πρόσωπό του και εκ μέρους της ηγετικής ομάδας του Κ.Κ.Ε.

Δύο χρόνια αργότερα, το 1932, ο Πουλιόπουλος κατεβαίνει ξανά στην Αθήνα, ανοίγει δικηγορικό γραφείο στην Αγ. Κωνσταντίνου και αργότερα στην οδό Κάνιγγος 1 και εξακολουθεί την ίδια δραστηριότητα. Ονομαστή έχει μείνει, ανάμεσα στα άλλα, η παράστασή του στο δικαστήριο του Αργοστολίου το 1932, όπου, υπερασπιζόμενος πολιτικούς κρατούμενους των φυλακών Άσσου Κεφαλονιάς, κατηγορούμενους για απόπειρα απόδρασης, δεν διστάζει, σε πεντάωρη αγόρευσή του, να χαρακτηρίσει τη δικαιοσύνη «ταξική» αντί να σιωπήσει και να περιοριστεί στην ουσία, όπως ο συμπαριστάμενός του Μιλτιάδης Πορφυρογένης, γνωστό στέλεχος του ορθόδοξου ΚΚΕ και μετέπειτα υπουργός Εργασίας της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου μέχρι τα Δεκεμβριανά, με αφορμή το κλίμα που είχε δημιουργηθεί από διανομή προκήρυξης Αρχειομαρξιστών έξω από τον χώρο του δικαστηρίου, που αναφερόταν στην ταξικότητα της δικαιοσύνης. Το αποτέλεσμα, σε πείσμα όσων επέμεναν και τότε στη γραμμή της ηπιότητας προς τα δικαστήρια, θριαμβευτικά αθωωτικό.

Ούτε ο γάμος τους με τη Φιλισία Στάθη το 1930 μεταβάλλει τον κοινωνικό προσανατολισμό του Παντελή Πουλιόπουλου, αλλά αντίθετα εξακολουθεί να ζει όπως και πριν.

Η σχέση με τον Τρότσκι

Την ίδια χρονική περίοδο (1930 και μετά) ο Παντελής Πουλιόπουλος δοκιμάζει μία από τις μεγαλύτερες αδικίες που θα μπορούσε να του επιφυλάξει η τύχη του: ο Τρότσκι και η Γραμματεία της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης (μετέπειτα, από το 1938 και μετά, Δ' Διεθνούς) δίνουν το χρίσμα της εκπροσώπησής τους στην Ελλάδα στην τότε ΕΔΕ (Αρχειομαρξιστές), παρά τις έντονες διαφωνίες της ελληνικής Αριστερής Αντιπολίτευσης (Πουλιόπουλος).

Κριτήριο γι' αυτό φαίνεται ότι αποτέλεσε η αρκετά σημαντική μαζικότητα των Αρχειομαρξιστών και ιδιαίτερα η σύνθεσή της σε εργάτες, σε αντίθεση με την Αριστερή Αντιπολίτευση, που δεν μπόρεσε ποτέ να μαζικοποιήσει μεγάλο αριθμό εργαζομένων και γενικότερα, αλλά περιορίστηκε σε μια κάστα στελεχών, ενώ ο ίδιος ο Τρότσκι φέρεται να εντυπωσιάστηκε όταν, τον ίδιο χρόνο, διαπλέοντας με ατμόπλοιο τον Ισθμό της Κορίνθου και με κατεύθυνση από την Πρίγκηπο Κωνσταντινούπολης στην Κοπεγχάγη αντίκρισε, παρατεταγμένους από τον Δ. Γιωτόπουλο, χιλιάδες αρχειομαρξιστές εκατέρωθεν του Ισθμού να τον χαιρετούν ανεμίζοντας κόκκινα μαντήλια και σημαίες.

Η ίδρυση της ΟΚΔΕ

Παρ' όλα αυτά, ο Πουλιόπουλος δεν το βάζει κάτω. Το 1934 καταφέρνει να συσπειρώσει ένα σημαντικό κομμάτι Αρχειομαρξιστών, καθώς και άλλων τροτσκιστών και αντιπολιτευόμενων του ΚΚΕ και να συγκροτήσει την ΟΚΔΕ.

Λίγους μήνες πριν έχει γράψει, με αφορμή την απόφαση της 6ης Ολομέλειας της Κ.Ε. του ΚΚΕ (Ιανουάριος 1934) για τον αστικοδημοκρατικό χαρακτήρα της επανάστασης στην Ελλάδα, το κορυφαίο του πόνημα Δημοκρατική η Σοσιαλιστική Επανάσταση.

Ακροναυπλία

Ακολουθεί μια σύντομη περίοδος προσπάθειας συγκρότησής της, που όμως συμπίπτει με την ανασυγκρότηση και μαζικοποίηση του ΚΚΕ μετά τη λήξη των εσωκομματικών διαμαχών και την επικράτηση του Νίκου Ζαχαριάδη στο τιμόνι του, και όλα αυτά διακόπτονται βίαια το 1936 με τη δικτατορία του Μεταξά, όταν ο Πουλιόπουλος συλλαμβάνεται και κλείνεται στην Ακροναυπλία. Συνεχίζει και από εκεί τον πολιτικό του αγώνα, παρά τη διπλή καταστολή από την Ασφάλεια και από τους έγκλειστους της ηγεσίας του ΚΚΕ, συμπεριφέρεται σαν πραγματικός κομμουνιστής, μοιράζοντας τα δέματα και τα συσσίτια που του στέλνει η οικογένειά του με τους κρατούμενους της ομάδας συμβίωσής του και φυσικά αρνείται να κάνει δήλωση για να αφεθεί ελεύθερος.

Μένει στις φυλακές μέχρι και την περίοδο της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα (οι προσπάθειές του να πείσει τους έγκλειστους του κομματικού μηχανισμού του ΚΚΕ να προχωρήσουν όλοι μαζί σε ομαδική απόδραση δεν είχαν επιτυχία). Το 1942 αρρωσταίνει, μεταφέρεται στο Δημοτικό Νοσοκομείο Αθηνών και από κει, τον Σεπτέμβριο του 1942, στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Λάρισας. Κατά τη διάρκεια της μεταφοράς του και πριν την αναχώρηση από την Αθήνα ζητεί από το χωροφύλακα που τον συνόδευε τη χάρη να περάσει από το σπίτι του στην οδό Ζαΐμη στα Εξάρχεια να δει τη γυναίκα του για τελευταία φορά και να πάρει ορισμένα πράγματα μαζί του. Ο χωροφύλακας του κάνει τη χάρη. Στο σπίτι βρίσκονται συγγενείς και φίλοι του. Όλοι αυτοί προσπαθούν να τον πείσουν να αποδράσει με τη βοήθειά τους από το παράθυρο της κουζίνας για να σωθεί. Εκείνος το αρνείται, γιατί σε τέτοια περίπτωση θα υποστεί τις συνέπειες ο χωροφύλακας που του έκανε ήδη και τη χάρη. Και έτσι συνεχίζει την πορεία του.

Η εκτέλεση

Στις 5 Ιουνίου 1943 οι ιταλικές δυνάμεις κατοχής αποφασίζουν να εκτελέσουν 105 φυλακισμένους, έγκλειστους στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Λάρισας, ως αντίποινα για σαμποτάζ που είχαν κάνει αντάρτες δύο μέρες πριν. Επιλέγεται και ο Πουλιόπουλος ανάμεσα σε αυτούς που θα εκτελεστούν. Τελευταία πράξη του δράματος της ζωής του είναι όταν, απέναντι στο εκτελεστικό απόσπασμα, μιλώντας στην ιταλική γλώσσα, απευθύνεται στους στρατιώτες του αποσπάσματος για να τους πείσει ότι είναι προλετάριοι στρατιώτες, ότι δεν έχουν τίποτα να μοιράσουν με τους Έλληνες προλετάριους, ότι εχθροί είναι η αστική τάξη και στις δύο χώρες κ.λπ. Οι Ιταλοί στρατιώτες διστάζουν να πυροβολήσουν και κατεβάζουν τα όπλα. Επεμβαίνει ο αξιωματικός επικεφαλής του αποσπάσματος και ο Παντελής Πουλιόπουλος περνάει στην Ιστορία. Το πτώμα του, καθώς και άλλα 5-6, μένει άταφο για μερικές μέρες, καθώς οι κάτοικοι των γύρω χωριών πήραν κατά προτεραιότητα από τα εγκαταλελειμμένα από τους Ιταλούς πτώματα να θάψουν αυτά που ανήκαν σε μέλη του ΚΚΕ.

Αυτό που πάντα μένει

Ο Πουλιόπουλος φεύγει από τη ζωή σε ηλικία 43 ετών και 3 μηνών. Το ήθος, η παρακαταθήκη και το έργο του δεν φεύγει ποτέ. Ο Πουλιόπουλος δεν ήταν αλάνθαστος ή τέλειος σε όλα. Ο απολογισμός του είναι διαφορετικός ως πολιτικού, διαφορετικός ως διανοούμενου, διαφορετικός ως νομικού μαχητή: Η λογική του υπερανθρώπου και του φωτοστέφανου ανήκει στον χώρο της προσωπολατρείας, προς τον οποίο ο τροτσκισμός οριοθετείται ως αντίπαλος.

Τα πολιτικά του λάθη, χαρακτηριστικότερα των οποίων ήταν όλη αυτή η περίοδος αναχωρητισμού του από τον Αύγουστο 1926 μέχρι το Μάρτιο 1927, όταν ακόμα, σύμφωνα τουλάχιστον με τα τυπικά αποτελέσματα των κομματικών συνεδριάσεων, φαινόταν να έχει το κόμμα στα χέρια του σε πολύ μικρή ηλικία, αλλά δεν μπόρεσε να το κρατήσει, τα έχει αναγνωρίσει και ο ίδιος στην Α' Συνδιάσκεψη του Σπάρτακου το 1932. Ακόμα, δεν κατόρθωσε να συγκροτήσει μαζική οργάνωση ή να συγκρατήσει τα στελέχη που μαζί πέρασαν στην αντιπολίτευση.

Εκείνο όμως που έχει σημασία είναι ότι αποδέχθηκε να δώσει όλες τις μάχες χωρίς να αποδράσει, να οππορτουνίσει ή να λιποτακτήσει. Γιατί οι άνθρωποι δεν κρίνονται από τις μάχες που χάνουν η κερδίζουν, αλλά από εκείνες που επιλέγουν να δώσουν.

Έχει αξία το γεγονός ακόμα ότι ο Παντελής Πουλιόπουλος δεν ήταν στέλεχος το οποίο κατασκευάστηκε από τα απαράτ, αλλά αμιγώς κινηματικό στοιχείο που αναδείχθηκε στα πεδία των μαχών κυριολεκτικά και μέσα από τις στάχτες του μετώπου κατάφερε να καταξιωθεί και να δημιουργήσει ένα κίνημα, το κίνημα των Παλαιών Πολεμιστών, που σφράγισε με την παρουσία του μία ολόκληρη δεκαετία στην Ελλάδα. Ήταν άτυχος γιατί του έλαχε να αναμετρηθεί με το Μακεδονικό εν τω γεννάσθαι, θέμα το οποίο ποτέ δεν έπαψε να αποτελεί το άχθος της Αριστεράς, και, όπως είπαμε και παραπάνω, αδικήθηκε από τον Τρότσκι και τη Γραμματεία της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης. Ένα άλλο χαρακτηριστικό, άλλωστε, του πολιτικού του ήθους, είναι ότι δεν επεδίωξε έστω να φύγει στο Παρίσι, όπου με το αξιοζήλευτο πολιτικό επίπεδο και τη γλωσσομάθειά του θα είχε μπορέσει να σταθεί και να διαδραματίσει σπουδαίο ρόλο και στο επίπεδο της διεθνούς ηγεσίας της Αριστερής Αντιπολίτευσης.

Για μας τους νομικούς, ο Παντελής Πουλιόπουλος είναι αστείρευτη πηγή έμπνευσης και υπόδειγμα αγωνιστικού και πολιτικού ήθους, στάσης ζωής στη δικηγορία, νομικής συγκρότησης και επάρκειας, αξιοπιστίας και για τους αγώνες του.

Αιώνια η μνήμη του και μακάρι να βαδίσουμε στον δρόμο του!

Παραπομπές

1) Δημήτρη Λιβιεράτου, Παντελής Πουλιόπουλος: Ένας διανοούμενος επαναστάτης, εκδ. Γλάρος. 2) Γιάννη Μηλιού, Κώστα Παπαδάκη «Τρομονόμος και ιδιώνυμο: Η ιστορία επαναλαμβάνεται», Θέσεις 94, 2006, σελ. 67-73.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0