του Κωνσταντίνου Τσιτσελίκη*
Το μαύρο που έπεσε στα τέσσερα δημόσια τηλεοπτικά κανάλια (αλλά και οι «παράπλευρες απώλειες» του ΡΙΚ, του BBC και της Deutsche Welle) και τα πολύ περισσότερα ραδιοφωνικά κανάλια, κεντρικά και περιφερειακά, δημιούργησε νέα δεδομένα στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τους θεμελιώδεις κανόνες οι οποίοι ρυθμίζουν τα του δημόσιου χώρου. Πρώτον, γιατί είναι ένα μέτρο καθολικό που αφορά όλους μας, και όχι μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων. Πρωτόγνωρο για την έκταση, την αμεσότητα και τον αιφνιδιασμό της επιβολής του. Δεύτερον, εκτός από τη διαδικασία μέσα από την οποία συντελέστηκε, ο ξαφνικός θάνατος της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης κατάφερε ένα βαρύ πλήγμα σε δύο συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα: στο έννομο αγαθό της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης ως κοινό αγαθό που αφορά το σύνολο του δήμου υπό την εγγύηση του κράτους (άρθρο 15 Σ), και στο ατομικό δικαίωμα του καθένα στην πληροφορία και την ενημέρωση (άρθρο 5Α Σ). Οι προσχηματικές δικαιολογίες της κυβερνητικής επιλογής απλώς κάνουν πιο επώδυνη τη διαπίστωση αυτή.
Ο αιφνιδιασμός που έριξε το μαύρο στις οθόνες και τα ραδιόφωνα οδηγεί στην ανακατανομή της ροής ή και την έλλειψη πληροφορίας στον δημόσιο χώρο, με την μονοπώληση της πληροφορίας από τα ιδιωτικά κανάλια, που από τη φύση τους εξυπηρετούν ιδιωτικού χαρακτήρα στοχεύσεις. Το χειρότερο είναι ότι η κοινωνική λειτουργία της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης υποβαθμίζεται, εάν δεν εξανεμίζεται, ως θεμελιώδες συστατικό του πολιτεύματος, ενώ το κενό γεμίζει με άλλου είδους καταναλωτικά υποκατάστατα. Η φίμωση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης αποτελεί χτύπημα στην κουλτούρα του σεβασμού του πλουραλισμού της πληροφόρησης, πλήττοντας, εν τέλει, την πλουραλιστική φύση της δημοκρατίας -- το ίδιο το πολίτευμα.
Το μαύρο στους τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς δέκτες είναι βαρύ. Πάνω απ' όλα, δημιουργεί ένα (ακόμα) παράδειγμα αυθαιρεσίας, το οποίο θα πρέπει να συσχετιστεί με όσα συνθέτουν τον χάρτη των δικαιωμάτων στην Ελλάδα κατά την τελευταία τουλάχιστον τριετία: την κατάρρευση ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, τη διάχυση της ακροδεξιάς ιδεολογίας και πρακτικής, την ελαχιστοποίηση της αντίστασης εντός και εκτός του κοινοβουλίου απέναντι σε παραβιάσεις συνταγματικών διατάξεων. Γινόμαστε θεατές μιας διολίσθησης των δικαιωμάτων και των θεμελιακών εγγυήσεών τους, και κυρίως του ευτελισμού τους σε κανονιστικά αδιάφορες διατάξεις.
Μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι σήμερα; Μπορούμε να αντιστρέψουμε τη διαφαινόμενη ήττα, ενισχύοντας την κατοχύρωση του έννομου αγαθού στη δημόσια ραδιοτηλεόραση και του ατομικού δικαιώματος στην πλουραλιστική πληροφόρηση; Η επόμενη ημέρα της μετωπικής αντιπαράθεσης κατά του ολοκληρωτισμού και της αυθαιρεσίας οφείλει όχι μόνο να κερδίσει αλλά και να διευρύνει τη στόχευσή της. Πρώτα, ως προς τη διασφάλιση του δημόσιου χαρακτήρα μιας ραδιοτηλεόρασης απαλλαγμένης από τη διαφθορά και τις πελατειακές σχέσεις. Ύστερα, ως προς την κατοχύρωση της ελεύθερης πρόσβασης σε περιοχές του ραδιοφάσματος, ως κοινό αγαθό για όλους, καθώς και την ελεύθερη αναπαραγωγή και διανομή δημόσιων ψηφιακών έργων, όπως το Aρχείο της ΕΡΤ.
Αν έχουμε δικαίωμα στην ουτοπία, ένα νέο φως μοιάζει να φέγγει μέσα από το μαύρο της οθόνης μας: η ανάδειξη μιας ελεύθερης ζώνης παροχής και επεξεργασίας της πληροφορίας μέσα από αυτοδιαχειριζόμενες δομές και διαδικασίες, των εργαζομένων-απολυμένων, μέσα από την ελεύθερη ζώνη του διαδικτύου και νέες συμπράξεις αλληλεγγύης. Μπορούμε να κάνουμε το άλμα από την επιβολή της σιωπής στην ανάδυση μιας νέας δημοκρατικής μορφής αυτοδιαχείρισης; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ακόμα σαφής. Βγήκε όμως ένα νέο μικρό βλαστάρι, το οποίο ασφαλώς πολλοί θα σπεύσουν να ιδιοποιηθούν ή απλώς να κόψουν. Ας το ποτίσουμε και ας το κρατήσουμε ως το πολυτιμότερο που γεννάει η κρίση αυτή.
*Ο Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και είναι πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕλΕΔΑ)