Μπροστά στο ενδεχόμενο νέων μεταναστευτικών ροών εξαιτίας του πολέμου στη Μέση Ανατολή η Ζαχαρούλα Τσιριγώτη αποκαθηλώνει «μύθους» γύρω από το μεταναστευτικό. Μιλώντας στην ΑΥΓΗ της Κυριακής εξηγεί τους λόγους για τους οποίους είναι αναγκαία μια στρατηγική για το μεταναστευτικό «χωρίς επικοινωνιακά συνθήματα». Αναφορικά με τα μεγάλα σκάνδαλα διαφθοράς υποστηρίζει πως είναι «αδιανόητο ότι μια κυβέρνηση παραμένει στη θέση της χωρίς να αναλαμβάνει την παραμικρή πολιτική ευθύνη». Περιγράφει, επίσης, τι θα μπορούσε να περιλαμβάνει μια προοδευτική πολιτική για την ασφάλεια. Και μιλώντας για τον προοδευτικό χώρο υποστηρίζει ότι «η ενότητα απαιτεί θάρρος», αλλιώς οι διεργασίες στον προοδευτικό χώρο θα μείνουν επιφανειακές τη στιγμή που υπάρχει ανάγκη για «μια ισχυρή, αξιόπιστη και δημοκρατική προοδευτική δύναμη που να μπορεί να σταθεί απέναντι στις προκλήσεις της εποχής».
Τι πρέπει να κάνει η Ελλάδα ώστε να διαχειριστεί ενδεχόμενες νέες προσφυγικές ροές;
Κατ’ αρχάς πρέπει να ασκήσει πίεση προς την Ε.Ε. Η Ελλάδα πρέπει να «απαιτήσει» δεσμευτικό μηχανισμό μετεγκατάστασης, αυτόματη ενεργοποίηση ευρωπαϊκών πόρων όταν οι ροές υπερβαίνουν συγκεκριμένα όρια, ευρωπαϊκή επιχειρησιακή παρουσία στα σύνορα (Frontex-Europol), κοινή ευρωπαϊκή πολιτική επιστροφών και σύνδεση της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής με τις μεταναστευτικές συνέπειες. Χωρίς αυτά, η χώρα μας θα συνεχίσει να εγκλωβίζεται ανάμεσα σε δύο αντιφατικές πραγματικότητες: την πολιτική ρητορική περί «θωρακισμένων συνόρων» και την αδυναμία οποιουδήποτε κράτους να διαχειριστεί μόνο του μαζικές, ταυτόχρονες μετακινήσεις πληθυσμών. Η Ελλάδα χρειάζεται μια στρατηγική που να βασίζεται όχι σε μύθους αλλά σε πραγματικές δυνατότητες και σε ευρωπαϊκές υποχρεώσεις που πρέπει επιτέλους να γίνουν δεσμευτικές.
Ακούμε συχνά για θωράκιση των συνόρων. Πιστεύετε ότι είναι ρεαλιστικό απέναντι σε μαζικές προσφυγικές ροές;
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η συζήτηση περί θωράκισης των συνόρων συχνά λειτουργεί ως πολιτικό σύνθημα παρά ως ρεαλιστική στρατηγική. Η εμπειρία του 2015 απέδειξε ότι όταν οι ροές φτάνουν σε επίπεδα δεκάδων και εκατοντάδων βαρκών ημερησίως, κανένα σύστημα επιτήρησης ή προστασίας δεν μπορεί να αποτρέψει την είσοδο μεγάλων πληθυσμών. Σε τέτοιες συνθήκες καταρρέει όχι μόνο η επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα αλλά και το αφήγημα ότι η Ελλάδα αποτελεί την «ασπίδα της Ευρώπης». Η ασφαλειοποίηση των συνόρων λειτουργεί μόνο σε περιόδους χαμηλής πίεσης, όταν οι ροές αποκτούν μαζικό χαρακτήρα, η αποτροπή μετατρέπεται σε μύθο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να προστατεύει τα σύνορά της, χρειάζεται επιπλέον εναλλακτικούς σχεδιασμούς, όπως πολυεπίπεδο σύστημα διαχείρισης κρίσεων με σενάρια μαζικών αφίξεων, προσωρινές δομές αποσυμφόρησης, ταχύ σύστημα καταγραφής και ταυτοποίησης και μηχανισμούς έγκαιρης προειδοποίησης σε συνεργασία με κράτη της περιοχής και τρίτα κράτη που διαθέτουν ανάλογες πληροφορίες. Η χώρα μας χρειάζεται στρατηγική και όχι επικοινωνιακά συνθήματα. Το μεταναστευτικό είναι εθνικό θέμα και ως τέτοιο θα πρέπει να αντιμετωπίζεται, με σοβαρότητα και με ειλικρίνεια προς τους πολίτες της χώρας μας.
Η Ε.Ε. ενόψει και του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο που θα τεθεί σε εφαρμογή στις 12 Ιουνίου «οχυρώνεται» με νέα μέτρα αυστηροποίησης του ασύλου μπροστά στη νέα κρίση στο μεταναστευτικό που έρχεται εξαιτίας του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Ποια είναι η άποψή σας και ποιά θα ήταν μια ορθή διαχείριση του προβλήματος ειδικά για τη χώρα μας.
Η εφαρμογή του Συμφώνου Μετανάστευσης και Ασύλου αναδεικνύει μια βασική αδυναμία: παρά τον στόχο για κοινή ευρωπαϊκή διαχείριση, δεν προβλέπει «υποχρεωτική αλληλεγγύη». Αυτό σημαίνει ότι χώρες πρώτης γραμμής, όπως η Ελλάδα, κινδυνεύουν να επιβαρυνθούν δυσανάλογα, ειδικά σε μια περίοδο όπου οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή μπορεί να προκαλέσουν νέες μετακινήσεις πληθυσμών. Η μη ύπαρξη δεσμευτικών μηχανισμών επιμερισμού, σημαίνει ότι το βάρος θα παραμένει άνισα κατανεμημένο.
Για τη χώρα μας, μια ορθή διαχείριση απαιτεί διπλή στρατηγική. Από τη μία, ενίσχυση των δομών υποδοχής, των διαδικασιών ασύλου και της φύλαξης των συνόρων. Από την άλλη, έγκαιρη προετοιμασία: σχέδια έκτακτης ανάγκης, επαρκείς πόροι και στελέχωση, καθώς και συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση ώστε να αποφευχθούν αιφνιδιασμοί. Παράλληλα, η Ελλάδα χρειάζεται να διεκδικήσει πιο αποτελεσματικά ευρωπαϊκούς μηχανισμούς στήριξης, ώστε η διαχείριση των ροών να μην εξελιχθεί ξανά σε κρίση.
Πως αξιολογείτε την Κυβερνητική και την Ευρωπαϊκή πολιτική στο μεταναστευτικό, σε σχέση με την κρίση στη Μέση Ανατολή.
Στη κυβερνητική πολιτική διαφαίνεται μια αντίφαση, η κυβέρνηση αναγνωρίζει τον κίνδυνο νέων προσφυγικών ροών, αλλά ταυτόχρονα υιοθετεί μια εξωτερική πολιτική πλήρους ευθυγράμμισης με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, η οποία ενδέχεται να ενισχύσει τις αιτίες που παράγουν αυτές τις ροές. Η συμμετοχή σε στρατηγικές που επηρεάζουν άμεσα την περιφερειακή ασφάλεια έχει κόστος, και αυτό το κόστος συχνά μεταφράζεται σε μετακινήσεις πληθυσμών προς τα ελληνικά σύνορα. Ήδη έχουμε δει εσωτερικές μετακινήσεις στον Λίβανο, της τάξης των 700.000 ανθρώπων.
Την ίδια στιγμή, η ΕΕ εξακολουθεί να αποτυγχάνει στη δημιουργία ενός δεσμευτικού μηχανισμού κατανομής ευθυνών και βαρών. Η Ελλάδα παραμένει ο «τελικός αποδέκτης» των συνεπειών μιας ευρωπαϊκής πολιτικής που μεταθέτει το βάρος αντί να το μοιράζει. Και η κατάσταση μπορεί να γίνει ακόμη πιο σύνθετη καθόσον εκατοντάδες χιλιάδες οικονομικοί μετανάστες που εργάζονται σε ασταθή κράτη της Μέσης Ανατολής κινδυνεύουν να χάσουν το καθεστώς παραμονής τους σε περίπτωση κατάρρευσης των τοπικών οικονομιών. Αν αυτοί οι πληθυσμοί κινηθούν προς την Ευρώπη, η Ελλάδα θα βρεθεί αντιμέτωπη με πιέσεις που υπερβαίνουν κατά πολύ τις κλασικές προσφυγικές ροές.
Πώς κρίνετε την κυβέρνηση που για ένα σκάνδαλο τέτοιων διαστάσεων όπως του ΟΠΕΚΕΠΕ παραμένει ακόμα στη θέση της;
Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι μια «ατυχής στιγμή» της διοίκησης, είναι μια υπόθεση που εκθέτει διεθνώς τη χώρα και εγείρει σοβαρά ζητήματα θεσμικής αξιοπιστίας. Όταν η Ευρωπαία εισαγγελέας αποδίδει κατηγορίες σε περίπου είκοσι βουλευτές της κυβερνητικής πλειοψηφίας και πρώην υπουργούς και όταν είναι γνωστό ότι ακολουθούν και άλλες δικογραφίες, η πολιτική ευθύνη δεν μπορεί να παρακάμπτεται.
Μια Δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργεί με «εκκρεμότητες» τέτοιας βαρύτητας. Όταν η διαφθορά αγγίζει τον πυρήνα της εξουσίας, η θεσμική αντίδραση πρέπει να είναι άμεση και παραδειγματική. Προσωπικά, θεωρώ αδιανόητο ότι μια κυβέρνηση παραμένει στη θέση της χωρίς να αναλαμβάνει την παραμικρή πολιτική ευθύνη. Η εικόνα που δίνεται προς τα έξω είναι ότι η χώρα ανέχεται τη διαφθορά και ότι η λογοδοσία είναι προαιρετική. Και αυτό δεν μπορώ να το δεχτώ ως πολίτης. Σε πολλές ευρωπαϊκές Δημοκρατίες μια τέτοια υπόθεση θα είχε οδηγήσει σε παραίτηση. Εδώ μοιάζει να προσπαθούμε απλώς να «ξεχαστεί». Η Ελλάδα αξίζει καλύτερα.
Σώματα ασφαλείας και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι ασύμβατες έννοιες; Ποια μέτρα θα περιλάμβανε μια προοδευτική πολιτική για τον εκσυγχρονισμό τους;
Μια σύγχρονη προοδευτική πολιτική για την ασφάλεια οφείλει να υπερβεί το παραδοσιακό δίπολο «αστυνόμευση ή δικαιώματα» και να διαμορφώσει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο που συνδυάζει αποτελεσματικότητα, πρόληψη και θεσμικές εγγυήσεις. Η ασφάλεια δεν είναι μόνο επιχειρησιακό ζήτημα, είναι και κοινωνική πολιτική - και αυτό πρέπει να αποτυπώνεται ξεκάθαρα.
Μια προοδευτική πολιτική για την ασφάλεια δεν περιορίζεται στη διαχείριση περιστατικών, στοχεύει στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου οι πολίτες αισθάνονται ασφαλείς επειδή οι θεσμοί λειτουργούν με συνέπεια, διαφάνεια, λογοδοσία και σεβασμό. Αυτός ο συνδυασμός είναι που καθιστά την ασφάλεια πραγματικά δημοκρατική και αποτελεσματική. Η αστυνομία πρέπει να είναι δίπλα στον πολίτη και όχι απέναντί του. Ο εκσυγχρονισμός των σωμάτων ασφαλείας είναι πράξη σεβασμού προς τους ίδιους τους αστυνομικούς και προς την κοινωνία.
Οι διεργασίες στον προοδευτικό χώρο έχουν ξεκινήσει. Είστε αισιόδοξη για την ενότητά του;
Η ενότητα του προοδευτικού χώρου δεν είναι δεδομένη ούτε αυτονόητη. Υπάρχουν πληγές του παρελθόντος, διαφορετικές αφετηρίες και μια κουλτούρα που συχνά δυσκολεύεται να δώσει προτεραιότητα στο συλλογικό απέναντι στο επιμέρους. Η πραγματική σύγκλιση δεν χτίζεται με συνθήματα αλλά με εμπιστοσύνη, ανοιχτό διάλογο και διάθεση υπέρβασης.
Η ενότητα απαιτεί θάρρος. Απαιτεί να αφήσουμε πίσω μικροηγεμονισμούς, να κάνουμε χώρο για τον άλλον και να αναγνωρίσουμε ότι κανείς μόνος του δεν μπορεί να εκφράσει το σύνολο της κοινωνικής πλειονότητας. Αν δεν υπάρξει αυτή η βούληση, τότε οι διεργασίες θα μείνουν επιφανειακές, χωρίς πραγματικό αντίκρισμα. Η κοινωνία, όμως, δεν περιμένει τις εσωτερικές μας ισορροπίες. Χρειάζεται μια ισχυρή, αξιόπιστη και δημοκρατική προοδευτική δύναμη που να μπορεί να σταθεί απέναντι στις προκλήσεις της εποχής. Αν δεν ανταποκριθούμε, κινδυνεύουμε να χάσουμε μια ιστορική ευκαιρία - και αυτό θα έχει συνέπειες για όλους μας.
