Τον δομικά προβληματικό χαρακτήρα του νομοσχεδίου της κυβέρνησης για την ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών ανέδειξε η βουλεύτρια και ειδική αγορήτρια στην Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Κατερίνα Νοτοπούλου, μιλώντας στην Επιτροπή της Βουλής.
Όπως τόνισε, πρόκειται για σχήμα που στηρίζεται σε προϋπάρχουσες δομές, με Τμήματα χωρίς συνοχή, που δεν έχουν προσδιορισμένα γνωστικά πεδία και διασφαλισμένη διασύνδεση μεταξύ τους, και χωρίς σταθερό πλαίσιο στελέχωσης. Δύο μεγάλα προβλήματα του νομοσχεδίου είναι οι προβλέψεις για τους απόφοιτους Ανώτερων Σχολών και την ισοτίμηση των τίτλων τους, και η εισαγωγή των νέων σπουδαστών.
«Σας θέσαμε το ερώτημα και είναι πολύ συγκεκριμένο: Διασφαλίζετε ή όχι σαφή και ισότιμη ακαδημαϊκή αναγνώριση για όλους τους απόφοιτους των καλλιτεχνικών σχολών; Και σε αυτό το ερώτημα δεν δώσατε καθαρή απάντηση. Με το να μας ρωτάτε ξανά και ξανά ‘Ποιος το λέει αυτό το πράγμα για τα κολέγια;’, αφήνετε το πεδίο ανοιχτό», κατήγγειλε η Κατερίνα Νοτοπούλου.
«Ήδη από το 2022, με τον νόμο Κεραμέως, έχετε μετατοπίσει την Ανώτατη εκπαίδευση σε όρους αγοράς. Τώρα, “ο ‘ακαδημαϊκός διάδρομος’ που προβλέπετε, αντί να ενσωματώνει τους απόφοιτους των Ανώτερων δραματικών σχολών, στην πράξη αποκλείει τη μεγάλη πλειονότητα αυτών από τη δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση, ωθώντας τους είτε στο επί πληρωμή Ανοιχτό Πανεπιστήμιο είτε στην ιδιωτική εκπαίδευση» τόνισε.
«Όταν οι ίδιοι οι εκπρόσωποι της Πολιτείας εμφανίζονται να λένε ότι αυτή η διαδικασία μπορεί να συμπυκνωθεί σε ένα ‘κλικ’, τότε το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι το ίδιο το αντικείμενο δεν αντιμετωπίζεται από εσάς με τη σοβαρότητα που του αναλογεί» υπογράμμισε.
Υπό την πίεση των μεγάλων κινητοποιήσεων των καλλιτεχνών, και μετά την απόφαση του ΣτΕ, δημιουργείται μεν για πρώτη φορά μια κατηγορία καλλιτεχνικής εκπαίδευσης με επαγγελματικά δικαιώματα, αλλά το ίδιο νομοσχέδιο υποβαθμίζει τις σπουδές αυτές καθώς κατατάσσει τα πτυχία των Ανώτερων δραματικών σχολών στο επίπεδο 5 της μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, εξομοιώνοντάς τα ουσιαστικά με διετείς δομές κατάρτισης -παρά το γεγονός ότι πρόκειται για τριετείς σπουδές τις οποίες το ίδιο το ΣτΕ αναγνωρίζει ως ανώτερη βαθμίδα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Ταυτόχρονα, η υπό σύσταση Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών, στον τομέα του θεάτρου, διαμορφώνεται ως δομή εξαιρετικά περιορισμένης πρόσβασης. Όταν οι υφιστάμενες δημόσιες σχολές του Εθνικού Θεάτρου και του ΚΘΒΕ δέχονται 15 και 17 σπουδαστές αντίστοιχα, προκύπτει το ερώτημα για τη νέα “ανώτατη” εκπαίδευση: «Τι θα συμβεί με όλους τους υπόλοιπους; Η απάντηση, δυστυχώς, είναι σαφής -θα οδηγηθούν στην ιδιωτική εκπαίδευση. Και αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το πάγιο αίτημα του κλάδου για δημόσια και δωρεάν καλλιτεχνική εκπαίδευση για όλους», τόνισε η Κατερίνα Νοτοπούλου.
Το νομοσχέδιο δεν αντιμετωπίζει ούτε το κρίσιμο ζήτημα της εξασφάλισης παιδαγωγικής επάρκειας ώστε οι απόφοιτοι να μπορούν να διδάξουν στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Εξίσου μεγάλα προβλήματα θα φέρει για τη μουσική εκπαίδευση και τα ωδεία, καθώς η οριζόντια κατάταξη στο επίπεδο 5 του Εθνικού Πλαισίου Προσόντων δεν αντανακλά την πραγματική εκπαιδευτική διαδρομή των απόφοιτων, ούτε υπάρχει σαφής και ολοκληρωμένη ρύθμιση των επαγγελματικών δικαιωμάτων.
«Για το Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης, δεν διασφαλίζεται ρητά η δυνατότητα απονομής τίτλων, γεγονός που δημιουργεί εύλογες ανησυχίες για υποβάθμισή του. Στον χώρο του χορού, από το υπόμνημα που μας απέστειλαν οι φορείς -γιατί δεν κλήθηκαν και δεν ακούστηκαν- γίνεται κατανοητό ότι μετά τη μεταφορά του επαγγελματικού τμήματος στην Ανώτατη Σχολή, η υφιστάμενη δομή απομένει ως εκπαιδευτική μονάδα χωρίς διασύνδεση με δημόσιο φορέα παραγωγής».
Σοβαρά ερωτήματα τίθενται για το διεθνές απολυτήριο, τους σκοπούς του και την επιβάρυνση των δημόσιων πόρων αλλά και για τις συνέπειες στη συνοχή του δημόσιου σχολείου.
«Οι καλλιτέχνες ζητούν σαφήνεια, αναγνώριση και δικαιοσύνη. Αντίθετα εσείς φέρνετε νομοσχέδιο που μεταθέτει την ευθύνη στον ίδιο τον απόφοιτο, διευρύνει τις ανισότητες και παγιώνει την αβεβαιότητα», είπε η Κατερίνα Νοτοπούλου. «Σας καλούμε να προβείτε σε συνολική επανεξέτασή του, με ουσιαστική διαβούλευση και σαφή ακαδημαϊκά και επαγγελματικά κριτήρια» επισήμανε.