Η δριμύτητα και οι ανοίκειοι χαρακτηρισμοί με τους οποίους η κυβέρνηση επιτέθηκε σε όσους «τόλμησαν» να μιλήσουν για ευθύνες στο πολύνεκρο εργατικό δυστύχημα στο εργοστάσιο Βιολάντα και η εκ προοιμίου αθώωση της επιχείρησης, πέρα από το ότι επιβεβαιώνει την νεοφιλελεύθερη ιδεοληψία της που αγγίζει την απανθρωπιά, δείχνει ότι ολοένα και περισσότερο αντιδρά σπασμωδικά σε προβλεπόμενα είτε αιφνίδια γεγονότα. Φάνηκε την εβδομάδα που πέρασε και με την ανάδειξη της σκανδαλώδους διάταξης για την επιμέλεια των τέκνων που εξέθεσε το Μέγαρο Μαξίμου και δύο υπουργούς, Όλγα Κεφαλογιάννη και Γιώργο Φλωρίδη, και έφερε πιο κοντά τον ανασχηματισμό, που πλέον τοποθετείται για μετά την επίσκεψη στην Άγκυρα.
Υποκαταγραφή εργατικών ατυχημάτων
Πιστή στη νεοφιλελεύθερη αντίληψη, η κυβέρνηση ανέλαβε ως μη όφειλε να υπερασπιστεί τη βιομηχανία Βιολάντα και κατά τη συνήθειά της να αποδώσει το εργατικό ατύχημα στην «κακιά την ώρα». Μπορεί η διαρροή προπανίου να υπήρχε για μήνες, τα συστήματα προειδοποίησης να μην λειτούργησαν, αλλά για τον Άδωνη Γεωργιάδη ήταν «πρότυπη βιομηχανία». Μπορεί ουσιαστικός έλεγχος από την αποδεκατισμένη Επιθεώρηση Εργασίας να μην είχε γίνει -άλλωστε υπάρχουν τέσσερις υπάλληλοι για περισσότερες από 12.000 επιχειρήσεις στη συγκεκριμένη περιοχή-, αλλά ο κυβερνητικός εκπρόσωπος προσπαθούσε να αποδείξει ότι η Ελλάδα είναι η τρίτη χώρα με τα λιγότερα εργατικά ατυχήματα.
Καθώς οι πέντε καμένες μητέρες άγγιξαν ευαίσθητες χορδές της κοινωνίας και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ο Παύλος Μαρινάκης εξαπέλυσε επίθεση σε όσους τόλμησαν να αμφισβητήσουν με στοιχεία τον ισχυρισμό του, κάνοντας λόγο για «κίνημα τυμβωρύχων», «πολιτικούς απατεώνες», «ξεφτίλες» και «δήθεν αντικειμενικούς δημοσιογράφους» που θέλουν «να βγάλουν τον κόσμο στους δρόμους και να κάνουν καριέρα».
Τα 201 εργατικά ατυχήματα το 2025 δεν λένε κάτι στην κυβέρνηση, η οποία με αλχημείες προσπαθεί να υποβαθμίσει την εικόνα και να αποκρύψει ότι 7 στα 10 ατυχήματα δεν καταγράφονται. Η κυβέρνηση έχει αλλεργία σε κάθε τι εργατικό όπως και σε κάθε τι δημόσιο: στα εργατικά δικαιώματα, στον συνδικαλισμό, στις συλλογικές διαπραγματεύσεις, στον δημόσιο έλεγχο για την ασφάλεια στους χώρους εργασίας.
Με ιδεοληπτική εμμονή κρατά καθηλωμένους τους πραγματικούς μισθούς, περιορίζοντας την ενίσχυση του εισοδήματος μόνο μέσα από την αύξηση των ωρών εργασίας και την επιδείνωση των συνθηκών των εργαζόμενων. Η περιορισμένη αύξηση των εισοδημάτων δεν εξισορροπεί σε καμία περίπτωση την ακρίβεια που παραμένει το νούμερο ένα πρόβλημα των πολιτών, αλλά η κυβέρνηση επιμένει στο ίδιο αποτυχημένο μοντέλο: χαμηλοί μισθοί, επισφαλής εργασία, υψηλοί έμμεσοι φόροι.
Σπασμωδικές κινήσεις
Η κυβέρνηση θυμίζει στρατό που, ενώ οι πτέρυγές του έχουν καταρρεύσει, κάνει τις τελευταίες απέλπιδες αντεπιθέσεις με ό,τι δυνάμεις τής έχουν απομείνει (βασικά με τον θηριώδη προπαγανδιστικό της μηχανισμό) για να περισώσει ό,τι μπορεί.
Καθώς η αποδοχή των πολιτών μειώνεται (όπως δείχνουν σταθερά όλα τα ποιοτικά στοιχεία όλων των ερευνών) περνά στην αντεπίθεση εμφανίζοντας με τα φιλικά της μέσα ενημέρωσης δημοσκοπήσεις που τη φέρνουν στο 32,5%, μία ανάσα δηλαδή από την αυτοδυναμία. Επιδιώκει να αλλάξει τον εκλογικό νόμο για να περάσει την επιστολική ψήφο των αποδήμων, που υπολογίζει ότι θα της δώσει μισή με μία μονάδα. Πρόκειται για μια διαδικασία που αφενός δεν εξασφαλίζει την μυστικότητα της ψήφου και αφετέρου αφήνει περιθώρια νόθευσης.
Οι αλλοπρόσαλλες αντιδράσεις της δεν εντάσσονται σε μία συνεκτική στρατηγική. Ενώ απειλείται από τη Μαρία Καρυστιανού (όπως και τα άλλα κόμματα), κάνει επιθέσεις που την ενισχύουν. Ενώ επιδιώκει τη συναίνεση του ΠΑΣΟΚ -για την ψήφο των αποδήμων, την αναθεώρηση του συντάγματος κ.λπ.-, αφήνει τον Μακάριο Λαζαρίδη να του επιτίθεται αυξάνοντας την απόσταση. Ενώ ο Κ. Μητσοτάκης εμφανίζεται ως συνεχιστής του Κώστα Σημίτη και του εκσυγχρονισμού, επιτίθεται στη σημιτική διακυβέρνηση για τα Ίμια, κλείνοντας το μάτι σε δεξιούς ψηφοφόρους. Ενώ ετοιμάζεται για μία δύσκολη συνάντηση με τον Ταγίπ Ερντογάν, με την Τουρκία να έχει δεσμεύσει το μισό Αιγαίο, ο κοινοβουλευτικός του εκπρόσωπος μιλά για «γκριζάρισμα του Αιγαίου» και το Μαξίμου δεν τον αποδοκιμάζει.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο έρχεται πιο κοντά ο ανασχηματισμός. Δεν θα λύσει τα προβλήματα του Κυριάκου Μητσοτάκη, το περισσότερο που μπορεί να πετύχει είναι να μοιράσει πόστα σε μη μητσοτακικούς βουλευτές για να αντιμετωπίσει την πλαγιοκόπηση από δεξιά του Αντώνη Σαμαρά και του Κώστα Καραμανλή. Δεν είναι δίχως σημασία ότι κάθε εβδομάδα ο Νίκος Δένδιας αφήνει αιχμές κατά του Μαξίμου που ο επικοινωνιακός μηχανισμός αποκρύπτει.
Το ΠΑΣΟΚ σε περιδίνηση
Από την άλλη, ενώ είναι σαφές ότι το μόνο που διατηρεί την κυβέρνηση είναι η απουσία αξιωματικής αντιπολίτευσης με προοπτική εξουσίας, το ΠΑΣΟΚ συνεχίζει να κινείται στην «αυτόνομη και αυτοδύναμη πορεία του» προς ένα Συνέδριο διαφωνιών. Και αυτό παρότι η στρατηγική του αποδοκιμάζεται από τους πολίτες όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις. Εν τω μεταξύ ζητά προ ημερήσιας διατάξεως για την ποιότητα της δημοκρατίας και επικεντρώνει στον Γιώργο Φλωρίδη επιδιώκοντας απομάκρυνσή του στον επικείμενο ανασχηματισμό που θα πιστωθεί ως πολιτική επιτυχία εκ των υστέρων.
Η πρωτοβουλία του Αλέξη Τσίπρα για τη σύγκλιση της σοσιαλδημοκρατίας, της ριζοσπαστικής Αριστεράς και της πολιτικής οικολογίας προσομοιάζει με την αντίστοιχη πρωτοβουλία του ΣΥΡΙΖΑ και ανοίγει πεδίο προσέγγισης με όσους αναζητούν τη συνεννόηση αντί για προφάσεις διαφωνίας (παρότι διευκρινίζει ότι απευθύνεται στην κοινωνία και όχι σε εν ενεργεία βουλευτές και κόμματα). Το ΠΑΣΟΚ, που αυτοεξαιρείται από όλες τις διεργασίες του χώρου, μοιραία θα δει τις δυνάμεις του να μειώνονται. Κανείς πλέον δεν πείθεται ότι μόνο του θα αποτελέσει το αντίπαλο δέος στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Το ζητούμενο, βέβαια, δεν είναι να συνεννοηθούν οι προσωπικότητες του χώρου, αλλά να προκύψει ένας ισχυρός πόλος έλξης για τους κεντροαριστερούς ψηφοφόρους.
Μέσα σε όλα αυτά, ο Δημήτρης Κουτσούμπας στην εναρκτήρια ομιλία του στο 22ο Συνέδριο του ΚΚΕ προβλέπει ότι «τα δημοκρατικά μέτωπα θα κάνουν τα ίδια και χειρότερα από τον Μητσοτάκη» και αναδεικνύει σε εχθρό τον Αλέξη Τσίπρα.