Στις 24 Ιουλίου 1974 ο Πρωθυπουργός της Τουρκίας Bulent Ecevit χαιρέτησε, ενθουσιωδώς, την πτώση της χούντας που προκάλεσε η από κάθε άποψη παράνομη τουρκική εισβολή στην Κύπρο: «αποτελεί την απαρχήν μιας νέας εποχής διά την Δημοκρατίαν και την Ελευθερίαν εις την περιοχήν μας», δήλωσε μεγαλοπρεπώς (βλ. Το Βήμα, 25.7.1974, βλ. επίσης, αντί πολλών, και την σχετική ανταπόκριση στους New York Times της 25 ης Ιουλίου 1974 με την αναφορά «Premier of Turkey hailed today the installation of a new civilian leadership in Greece as a step toward “a new era for democracy and freedom in our region”.»
Δεν σχολίασε την «νομιμότητα» της εισβολής των στρατευμάτων του ο Τούρκος Πρωθυπουργός. Του άρκεσε πως η εισβολή που διέπραξε οδήγησε στην πτώση της χούντας στην Ελλάδα. Κανένας, πουθενά στην υφήλιο, δεν θεώρησε ότι η πτώση της χούντας δικαιολογούσε, ή, ακόμη λιγότερο, καθιστούσε «νόμιμη» την εισβολή. Αντίθετα, όλοι πλην του εισβολέα, και ο ΟΗΕ με σειρά αποφάσεών του, απέκρουσαν κάθε ιδέα ότι η τουρκική εισβολή ήταν, δήθεν, νόμιμη. Αποφάσεις που, επί περισσότερο από μισόν αιώνα αποτελούν, ως θεμέλια διεθνούς νομιμότητας, εδραίο έρεισμα των ελληνικών και κυπριακών θέσεων σχετικά με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και το κυπριακό ζήτημα.
Για την νομιμότητα μιας εισβολής σε μια κυρίαρχη χώρα (αναφέρεται στην Βενεζουέλα, όχι π.χ. στην Ουκρανία) δεν θεωρεί ο Έλληνας Πρωθυπουργός ότι είναι «η στιγμή να σχολιάσουμε». Η απέχθειά του προς τον αιρετό Πρόεδρό της χώρας που υπέστη την εισβολή ήταν αρκετή για θεωρήσει ακατάλληλη τη στιγμή για να «σχολιασθεί» η νομιμότητα της επιδρομής των Αμερικανών εισβολέων που τον απήγαγαν. Αντίθετα από πολλούς και σοβαρότατους πολιτικούς, και στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες και σε πολλά μέρη του κόσμου, και μάλιστα και από πολιτικούς ριζικά διαφορετικών μεταξύ τους κατευθύνσεων, κατακρίθηκε η επέμβαση του Προέδρου Τραμπ στην Βενεζουέλα ως παράβαση της διεθνούς (από τους Αμερικανούς και της εσωτερικής, αμερικανικής συνταγματικής) νομιμότητας. Και αμφισβητείται μαζικά και με διαδηλώσεις που ήδη οργανώνονται σε πάνω από εκατό πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ την καταγγέλλουν ως παραβίαση του διεθνούς δικαίου μεταξύ άλλων και οι Washington Post και New York Times.
Και όμως. Ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας αδιαφόρησε για την διεθνή νομιμότητα, διαφοροποιούμενος ακόμη και με σειρά ευρωπαίων ηγετών, ακόμη και με όσα με αξιοθρήνητη δειλία ψέλλισε η Προέδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και την επίσης αξιοθρήνητης ευτέλειας δήλωση της κυρίας που παριστάνει την υπεύθυνη για αυτό που αποκαλείται «ευρωπαϊκή διπλωματία». Αδιαφόρησε απόλυτα. Ούτε καν επικαλέσθηκε ο Έλληνας Πρωθυπουργός το διεθνές δίκαιο, έστω με τον γενικό και αόριστο τρόπο που το έπραξε ο Βρετανός Πρωθυπουργός στην δήλωσή του για την εισβολή και επέμβαση του Προέδρου Τράμπ στην Βενεζουέλα.
Δεν είναι παράξενο. Ούτε στη χώρα μας την έχει σε μεγάλη υπόληψη τη νομιμότητα ο Πρωθυπουργός μας, όπως ούτε η κυβέρνησή του, ούτε η αηδής χορωδία αφελών (στην καλύτερη περίπτωση), ιδιοτελών (στην χειρότερη) και επικίνδυνων (σε κάθε περίπτωση) κεκρακτών του, ακαδημαϊκών, δημοσιογραφικών ή και άλλων. Όλος αυτός ο αξιοθρήνητος εσμός απέδειξε την περιφρόνησή του στη νομιμότητα και με τον πολλαπλό βιασμό του Συντάγματος, κοινοβουλευτικό και μη, και με τον ΟΠΕΚΕΠΕ και με χίλια-δυό άλλα. Εδώ οι καιροί απαιτούν πράματα και θάματα, εδώ υπάρχουν μείζονα και ουσιώδη, με νομιμότητες θα ασχολιόμαστε τώρα;
Πλην όμως ακριβώς την νομιμότητα, εν προκειμένω τη διεθνή νομιμότητα, επικαλείται η χώρα μας απέναντι σε έναν γείτονα επιθετικά αναπτυσσόμενο διπλωματικά, πληθυσμιακά, γεωστρατηγικά και στρατιωτικά (περιλαμβανόμενης και της ανάπτυξης αξιόλογης, και εξαγωγικής μάλιστα αμυντικής βιομηχανίας). Η διεθνής νομιμότητα παραδοσιακά αποτελεί (αποτελούσε;) για τη χώρα μας αλλά πολιτικό όπλο. Τη νομιμότητα του διεθνούς δικαίου επικαλούμαστε (επικαλούμασταν;) ως δεσμευτικό σύστημα κανόνων, όχι βέβαια σαν λέξεις χωρίς περιεχόμενο ή τύπους χωρίς ουσία. Στην απεμπόληση αυτού ακριβώς του πολιτικού μας όπλου οδηγεί η παραπάνω τοποθέτηση του Έλληνα Πρωθυπουργού. Η ρητή αδιαφορία του για την νομιμότητα της αμερικανικής επέμβασης (αφού «δεν είναι η στιγμή να σχολιάσουμε τη νομιμότητα των προσφάτων ενεργειών»), ουσιαστικά η απόρριψη της διεθνούς νομιμότητας και η πολιτική επικρότηση της πρωτοφανούς ωμότητας παραβίασής της με την εισβολή Βενεζουέλα και την σύλληψη του Προέδρου της, ενόψει ακριβώς του ότι την διεθνή νομιμότητα επικαλείται η χώρα μας ως βασικό πυλώνα αυτού που κάποτε ήταν η διπλωματία της, εύλογα προκύπτει η απορία: πρόκειται για πρωθυπουργική ηλιθιότητα (πράγμα που θα προτιμούσα) ή για κάτι πολύ, μα πάρα πολύ χειρότερο (πράγμα που δεν τολμώ ούτε να σκεφθώ);
4 Ιανουαρίου 2026
*Ο Γιάννης Δρόσος είναι ομότιμος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών, μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα