Ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις ενδέχεται να προκαλέσει η αποστολή δικογραφίας από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία που θα ζητά διώξεις υπουργών χωρίς αναφορά στο άρθρο 86 του συντάγματος αλλά με επίκληση του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Σε μια τέτοια περίπτωση, όπως έχει γράψει η ΑΥΓΗ της Κυριακής, το Μαξίμου απειλεί με εκλογές, καθώς η χώρα θα καταστεί (κατά την ορολογία Ευάγγελου Βενιζέλου) «μη διακυβερνήσιμη» για το σύστημα Μητσοτάκη.
Τι θα κάνει η κυβέρνηση σε μια τέτοια περίπτωση; Θα καταγγείλει την Ε.Ε.; Θα δώσει εντολή στη Δικαιοσύνη να απορρίψει τη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας; Θα προσφύγει η κυβέρνηση του ευρωπαϊστή Μητσοτάκη εναντίον ευρωπαϊκού θεσμού; Και πού; Στην Ελλάδα ή στην Ευρώπη; Στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Στο ΣτΕ ή στον Άρειο Πάγο; Δεν είναι τυχαίο ότι προ ημερών το Μαξίμου διέρρευσε ότι «δεν υπάρχει νομική βάση» για κάτι τέτοιο και διέψευσε τη φημολογία.
Η άποψη του Ευ. Βενιζέλου

Υπάρχει όμως νομική βάση; Κατ’ αρχάς, υπάρχουν πολλοί έγκριτοι συνταγματολόγοι που υποστηρίζουν ότι υπάρχει. Στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στέλνονται μηνύματα ότι μπορεί να προχωρήσει κάμπτοντας το άρθρο 86 για την προστασία των υπουργών εφόσον στοιχειοθετούνται αδικήματα.
Για παράδειγμα, ο Ευ. Βενιζέλος λέει ότι πρέπει να ερμηνευτεί το άρθρο 86 του συντάγματος με διαφορετικό τρόπο, σύμφωνα με τη διαφάνεια και την απαίτηση της κοινωνίας: «Ο κανονισμός για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στην οποία μετέχουν κάποιες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όχι όλες, υπάρχουν άλλες που έχουν κρατήσει επιφύλαξη ή βρίσκονται παντελώς εκτός, προβλέπει λοιπόν ρητά ότι όπου υπάρχουν ειδικοί εθνικοί κανόνες για ορισμένες ασυλίες ή δικαιοδοσίες, για παράδειγμα η ευθύνη υπουργών, ισχύει το Εθνικό Δίκαιο. Συνολικά όμως η διάταξη του άρθρου 86 πρέπει να ερμηνεύεται κατά έναν τρόπο που σέβεται την κοινωνία, όχι το Ενωσιακό Δίκαιο, δεν είναι αυτό το πρόβλημά μας, είναι η κοινωνία. Άρα έχουμε την υποχρέωση να ερμηνεύσουμε και να εφαρμόσουμε και να διαμορφώσουμε το άρθρο 86 για την ευθύνη υπουργών σύμφωνα με την απαίτηση της κοινωνίας για θεσμική αξιοπιστία και διαφάνεια» (ΣΚΑΪ, 15/12).
Μάλιστα, ο Ευ. Βενιζέλος υπενθυμίζει με νόημα ότι κάτι ανάλογο έγινε και με την παράκαμψη του άρθρου 16 του συντάγματος που απαγορεύει τα ιδιωτικά πανεπιστήμια: «Πρέπει το άρθρο 16 του συντάγματος να ερμηνεύεται σύμφωνα με το Ενωσιακό Δίκαιο, όλο το σύνταγμα πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο και σύμφωνα με το Ενωσιακό Δίκαιο» (ΣΚΑΪ, 15/12).
Η γνωμοδότηση του Ν. Φαραντούρη
Τον διάλογο εμπλουτίζει και η γνωμοδότηση Φαραντούρη που παρουσιάστηκε στις 15 Δεκεμβρίου στις Βρυξέλλες. «Η απάντηση που προσήκει στο ερώτημα εάν υπάρχει δυνατότητα νόμιμης παράκαμψης των κωλυμάτων που θέτει το άρθρο 86 στην άσκηση της αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας είναι καταφατική: Το κώλυμα πρέπει να θεωρηθεί ότι αντιβαίνει στο Ενωσιακό Δίκαιο και για τον λόγο αυτόν είναι ανίσχυρο. Συνεπώς, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί και οφείλει να προχωρήσει στη διεξαγωγή της έρευνας, στην άσκηση διώξεων ή στην επιβολή κυρώσεων ή περιοριστικών όρων παρακάμπτοντας τη συνταγματική διάταξη του άρθρου 86» τονίζει ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και συντονιστής της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων.

«Το κώλυμα που θέτει το άρθρο 86 στην άσκηση της αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας πρέπει να θεωρηθεί ότι αντιβαίνει στο Ενωσιακό Δίκαιο και για τον λόγο αυτόν είναι ανίσχυρο» καταλήγει το 37 σελίδων κείμενο του Νικόλα Φαραντούρη. Νομικά, η βασική ιδέα στην οποία κινείται είναι η αρχή της υπεροχής. Επ’ αυτού υπάρχουν ήδη οι αποφάσεις 177/2023 και 1918/2025 της ολομέλειας του ΣτΕ που ορίζουν ότι:
- «Με την αρχή της υπεροχής του Δικαίου της Ένωσης κατοχυρώνεται η υπεροχή του Δικαίου της Ένωσης έναντι του Δικαίου των κρατών-μελών.
- «Η αρχή αυτή επιβάλλει, ως εκ τούτου, σε όλες τις αρχές των κρατών-μελών να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων της Ένωσης, το δε Δίκαιο των κρατών-μελών δεν μπορεί να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα που αναγνωρίζεται στους κανόνες αυτούς στο έδαφος των εν λόγω κρατών».
- «Σε περίπτωση που είναι αδύνατη η σύμφωνη προς τις απαιτήσεις του Δικαίου της Ένωσης ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας, το εθνικό δικαστήριο στο οποίο έχει ανατεθεί, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του, η εφαρμογή των κανόνων του Δικαίου της Ένωσης έχει την υποχρέωση να διασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητά τους, αφήνοντας εν ανάγκη αυτεπαγγέλτως ανεφάρμοστη κάθε αντίθετη διάταξη της εθνικής νομοθεσίας, έστω και μεταγενέστερη, χωρίς να υποχρεούται να ζητήσει ή να αναμείνει την προηγούμενη εξαφάνισή της είτε διά της νομοθετικής οδού είτε μέσω οποιασδήποτε άλλης συνταγματικής διαδικασίας».
Το τελευταίο σημαίνει ότι το ΣτΕ οφείλει, εφόσον ερωτηθεί, να προτάξει το Ευρωπαϊκό Δίκαιο αντί του Εθνικού και να μην ζητήσει καν νομοθετική ρύθμιση! Αυτό δε προκύπτει και από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ). Υπενθυμίζεται ότι και στην υπόθεση του «βασικού μετόχου», που αφορούσε την ιδιοκτησία των ΜΜΕ και αφορούσε τη σχέση συντάγματος και Ενωσιακού Δικαίου, το γράμμα των συνταγματικών διατάξεων ερμηνεύθηκε σε αρμονία με τους ενωσιακούς κανόνες και υπήρξε υποχώρηση της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 14 παρ. 9 του συντάγματος.
Σύμφωνα με τον Ν. Φαραντούρη, η άρση του κωλύματος που θέτει το άρθρο 86 στην άσκηση της αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας μπορεί να επιτευχθεί ως ακολούθως:
- Η υποχρέωση τήρησης του Ενωσιακού Δικαίου αφορά και διατάξεις συνταγματικού επιπέδου καθώς και ότι οι εθνικές αρχές υποχρεούνται να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των διατάξεων του Ενωσιακού Δικαίου, ακόμα και όταν αυτές προβαίνουν σε συνταγματική αναθεώρηση κατά τη νομολογία δε του ΔΕΕ.
- Η επιταγή για διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας του Δικαίου της Ένωσης περιλαμβάνει και την υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να τροποποιούν, αν παρίσταται ανάγκη, την πάγια νομολογία τους, σε περίπτωση που αυτή στηρίζεται σε ερμηνεία του εσωτερικού Δικαίου η οποία δεν συμβιβάζεται με το Δίκαιο της Ένωσης.
- Η εφαρμογή του Ενωσιακού Δικαίου στην εθνική έννομη τάξη επιδρά στην ερμηνεία ακόμα και συνταγματικών διατάξεων, οι οποίες έχουν ρητή κατά το γράμμα τους διατύπωση, μπορεί δε να αφορούν και ζητήματα εθνικής δημοκρατικής παράδοσης και τάξης.
- Το γράμμα των συνταγματικών διατάξεων να ερμηνεύεται σε αρμονία με τους ενωσιακούς κανόνες.