Η πρόσφατη εικόνα ενός μάρτυρα στην Εξεταστική Επιτροπή να επικαλείται επιλεκτικά το «δικαίωμα στη σιωπή» δεν ήταν απλώς προκλητική. Ήταν αποκαλυπτική. Ο άνθρωπος γνωστός με το προσωνύμιο «Φραπές» -ως κομματάρχης παλαιάς κοπής, με μάτσο ύφος, επιδεικτική αλαζονεία και μια διαδρομή που συνδέθηκε με λαμογιές και σκάνδαλα- δεν εξέθεσε μόνο τον εαυτό του. Φώτισε έναν ολόκληρο μηχανισμό άσκησης εξουσίας. Γιατί αυτή η επιλεκτική σιωπή δεν ήταν ατομική επιλογή. Ήταν αντανάκλαση ενός συστήματος που έχει μάθει να κρύβεται, αντί να λογοδοτεί.
Η Νέα Δημοκρατία έχει μετατρέψει τη σιωπή σε κεντρικό πολιτικό εργαλείο. Όταν ξεσπούν σκάνδαλα, δεν απολογείται. Συγκαλύπτει. Όταν τίθενται κρίσιμα ερωτήματα, δεν λογοδοτεί. Μεταθέτει ευθύνες. Όταν πιέζεται, διχάζει. Η σιωπή λειτουργεί ως ομερτά για να προστατευθεί ένα πλέγμα εξουσίας που ενοχλείται, όχι από τη διαφθορά αλλά από το ενδεχόμενο να αποκαλυφθεί.
Και αυτή η σιωπή δεν είναι παθητική. Επιβάλλεται. Με αυταρχισμό και καταστολή. Με απειλές μέσω τιμωρητικής αξιολόγησης και απόλυσης, ώστε ο εργαζόμενος να φοβάται να μιλήσει. Με πειθαρχία και αυταρχική λογική στον δημόσιο τομέα. Με ιδιωτικοποιήσεις που απομακρύνουν κοινωνικά αγαθά από τον δημόσιο έλεγχο και από τη δημοκρατική λογοδοσία, ενώ φέρουν την απειλή απόλυσης. Με συστηματική χειραγώγηση της ενημέρωσης, μέσα από λίστες Πέτσα, ακραία προπαγάνδα, επιλεκτική προβολή και φίμωση κάθε ενοχλητικής φωνής.
Πρόκειται για ένα καθεστώς εξουσίας βαθιά αποκομμένο από την κοινωνία. Μια πολιτική και οικονομική ελίτ που κυβερνά από ψηλά, χωρίς επαφή με την εργασία, την παραγωγή, την αγωνία της καθημερινότητας. Μια εξουσία που αντιμετωπίζει τη Δημοκρατία ως ενόχληση και την κοινωνία ως παράγοντα αστάθειας.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο «Φραπές» δεν είναι εξαίρεση. Είναι σύμπτωμα. Η ωμή, σχεδόν κυνική, προσωποποίηση ενός μοντέλου που θεωρεί τη χώρα λάφυρο και τους πολίτες θεατές. Το «δικαίωμα στη σιωπή» μεταφράζεται σε ομερτά.
Βρισκόμαστε πλέον σε μια κατάσταση διαρκούς αντιπαλότητας και αντιπαράθεσης. Από τη μια, ένα καθεστώς που απαιτεί κι επιβάλλει σιωπή για να επιβιώνει, που ποινικοποιεί τη διαφωνία και θεωρεί την κοινωνία ανάχωμα στις ορέξεις του. Από την άλλη, μια κοινωνία που αρνείται να γίνει θεατής και διεκδικεί ρόλο, λόγο και συμμετοχή.
Αυτή η σύγκρουση δεν κρύβεται, παρά τα επικοινωνιακά τρικ της κυβέρνησης. Γιατί η έκβασή της αφορά στο παρόν και το μέλλον της ίδιας της κοινωνίας.
Γιατί ένα ενεργό κομμάτι της κοινωνίας επιλέγει να μην σιωπά.
Η κραυγή απόγνωσης και διεκδίκησης που ακούγεται σήμερα δεν είναι τυχαία, ούτε αποσπασματική. Είναι συλλογική, ταξική και επίμονη. Είναι η φωνή των εργαζομένων που αρνούνται να ζήσουν με φόβο ή ανασφάλεια· των αγροτών που διεκδικούν στήριξη της παραγωγής· της νέας γενιάς που δεν αποδέχεται τον αυταρχισμό ως «κανονικότητα», που διεκδικεί το δικό της μέλλον. Όλων των πολιτών που απαιτούν δικαιοσύνη, διαφάνεια και αξιοπρέπεια. Είναι η φωνή μιας κοινωνίας που αρνείται να πειθαρχήσει στην ύποπτη σιωπή.
Αυτή η φωνή δεν είναι θόρυβος. Είναι ίδιο συστατικό της Δημοκρατίας. Και γι’ αυτό η κυβέρνηση τη φοβάται. Γιατί γνωρίζει ότι όταν η κοινωνία μιλά συλλογικά, η σιωπή της εξουσίας καταρρέει. Και τότε η πολιτική τοποθέτηση γίνεται αναπόφευκτη.
Εμείς στεκόμαστε ξεκάθαρα με αυτή τη φωνή. Με τη φωνή της αξιοπρέπειας απέναντι στη σιωπή της συγκάλυψης. Με τη δημοκρατική διεκδίκηση απέναντι στον αυταρχισμό. Με τους χειμαζόμενους πολίτες απέναντι σε μια ελίτ που θεωρεί τη χώρα ιδιοκτησία της.
Με μια κοινωνία που υπερασπίζεται το δικαίωμα στη φωνή.
* Η Νατάσα Γκαρά είναι αναπληρώτρια εκπρόσωπος Τύπου ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. και πρώην βουλεύτρια Έβρου