Ο τομεάρχης Υποδομών & Μεταφορών του ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ και βουλευτής Μαγνησίας Αλέξανδρος Μεϊκόπουλος, κατέθεσε στη Βουλή ερώτηση προς τον υπουργό Υποδομών & Μεταφορών σχετικά με τις νέες αυξήσεις στα διόδια που ανακοίνωσαν οι παραχωρησιούχοι των μεγάλων αυτοκινητοδρόμων, οι οποίες θα τεθούν σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2026.
«Οι νέες επιβαρύνσεις δεν αποτελούν ένα μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά μέρος μιας διαρκούς και σωρευτικής ανόδου του κόστους μετακίνησης, η οποία ξεκίνησε το 2023 και θα ολοκληρωθεί το 2026, ως αποτέλεσμα κυβερνητικών επιλογών και συμφωνιών με τους παραχωρησιούχους. Το 2023 οι παραχωρησιούχοι δικαιούνταν, βάσει συμβάσεων, αύξηση 12%. Η κυβέρνηση, ενόψει εκλογών, επέλεξε να "παγώσει" προσωρινά την αύξηση, αλλά συμφώνησε ταυτόχρονα να επιβαρυνθούν οι πολίτες με το σύνολο του ποσού σε τρεις δόσεις με αύξηση 7,6% το 2024, 4,9% το 2025 και νέα επιβάρυνση το 2026, όπου θα ενσωματωθεί και το υπόλοιπο της αναβληθείσας αύξησης, μαζί με νέα τιμαριθμική αναπροσαρμογή. Έτσι, οι χρήστες των αυτοκινητοδρόμων βρίσκονται αντιμέτωποι με μια συνεχόμενη, πολυετή άνοδο τιμών, όπου κάθε νέα χρονιά χτίζει πάνω στην προηγούμενη. Παράλληλα, η λειτουργία νέων σταθμών – όπως ο πρόσφατος στην έξοδο της Πάτρας – προσθέτει νέα κόστη που δεν αποτελούν αναπροσαρμογή αλλά νέα επιβάρυνση, καθιστώντας τη μετακίνηση ακόμη πιο ακριβή για χιλιάδες πολίτες.
Οι επιπτώσεις είναι ήδη εμφανείς. Η διαδρομή Αθήνα–Πύργος ανεβαίνει από 15,40€ σε 19,50€, η Αθήνα–Θεσσαλονίκη υπερβαίνει πλέον τα 35€, ενώ αντίστοιχες αυξήσεις παρατηρούνται σε όλους τους μεγάλους οδικούς άξονες της χώρας. Οι διαδοχικές αυξήσεις στα διόδια πλήττουν εργαζόμενους, επαγγελματίες, μεταφορείς και κατοίκους των περιφερειών, σε μια εποχή που το κόστος ζωής έχει εκτιναχθεί λόγω ανατιμήσεων στην ενέργεια, τα καύσιμα, τα τρόφιμα και τις βασικές υπηρεσίες», ανέφερε ο βουλευτής.
Σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Μεϊκόπουλο, σε πολλές περιοχές της χώρας η χρήση αυτοκινητοδρόμων δεν είναι επιλογή, αλλά αναγκαιότητα και κάθε νέα αύξηση βαθαίνει κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες. Ωστόσο, η κυβέρνηση επιλέγει να αποδέχεται άκριτα τις αποφάσεις των παραχωρησιούχων, χωρίς καμία μέριμνα για το δημόσιο συμφέρον και χωρίς κανένα σχέδιο προστασίας των πολιτών. «Η λειτουργία των παραχωρήσεων δεν μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός εγγυημένης κερδοφορίας για τους ομίλους, χωρίς ισόρροπη πρόβλεψη για τους χρήστες», σημείωσε ο βουλευτής.
Με την Ερώτηση, που συνυπογράφουν συνολικά 11 Βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, καλείται ο αρμόδιος υπουργός να απαντήσει στα εξής κρίσιμα ερωτήματα:
1. Ποια είναι η αναλυτική κατανομή των αυξήσεων που θα εφαρμοστούν από 1/1/2026 ανά κατηγορία οχήματος και ανά αυτοκινητόδρομο; Ποιο μέρος της αύξησης αφορά στην τιμαριθμική αναπροσαρμογή και ποιο το υπόλοιπο της μεταφερόμενης προσαύξησης του 2023;
2. Για ποιον λόγο επιλέχθηκε η σταδιακή επιβολή της αύξησης του 2023 σε τρία έτη; Υπήρξε μελέτη κοινωνικών επιπτώσεων;
3. Ποιες πρωτοβουλίες έχει λάβει το υπουργείο για την επανεξέταση κρίσιμων όρων των συμβάσεων παραχώρησης, όπως:
- ο τρόπος υπολογισμού και οι ανώτατες τιμές της ετήσιας αναπροσαρμογής,
- η δυνατότητα αναστολής ή περιορισμού νέων σταθμών διοδίων,
- η εφαρμογή ειδικών ρυθμίσεων για συχνούς χρήστες, εργαζόμενους και κατοίκους όμορων περιοχών;
4. Πώς σκοπεύει η κυβέρνηση να προστατεύσει τη μεταφορική δραστηριότητα, την περιφερειακή συνοχή και την καθημερινότητα των πολιτών από τη συνεχή και σωρευτική άνοδο του κόστους μετακίνησης;
5. Προτίθεται να εκπονήσει επικαιροποιημένη μελέτη για τις επιπτώσεις των διαδοχικών αυξήσεων στα διόδια στην οικονομία, στον τουρισμό και στις μεταφορές;
6. Με δεδομένη τη συγκέντρωση του τομέα των παραχωρήσεων σε περιορισμένο αριθμό ομίλων, ποια μέτρα προτίθεται να λάβει για την ενίσχυση του δημόσιου ελέγχου, της διαφάνειας και της ανταποδοτικότητας των διοδίων;
Αναλυτικά η Ερώτηση:
Προς τον Υπουργό Υποδομών & Μεταφορών
Θέμα: «Συνεχείς αυξήσεις στα διόδια, διαδοχικές επιβαρύνσεις στους πολίτες και κυβερνητική αδράνεια απέναντι στους παραχωρησιούχους»
Τις τελευταίες ημέρες, οι παραχωρησιούχοι των μεγάλων αυτοκινητοδρόμων της χώρας ανακοίνωσαν νέες αυξήσεις στα διόδια, οι οποίες θα τεθούν σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2026.
Η ανακοίνωση αυτή δεν πέφτει σαν κεραυνός εν αιθρία αλλά εντάσσεται σε μια αλληλουχία συνεχών και σωρευτικών επιβαρύνσεων που έχουν ξεκινήσει από το 2023 και θα ολοκληρωθούν το 2026, αποτέλεσμα ενός πλέγματος τιμαριθμικών αναπροσαρμογών και μετατιθέμενων αυξήσεων που, τελικώς, φορτώνονται στους πολίτες.
Το 2023, όπως είναι γνωστό, οι παραχωρησιούχοι δικαιούνταν, βάσει των συμβάσεων, αύξηση της τάξης του 12%. Η τότε κυβέρνηση, εν μέσω προεκλογικών πιέσεων, επέλεξε να αναστείλει την εφαρμογή της και την ίδια στιγμή συμφώνησε να επιμεριστεί η αύξηση αυτή σε τρεις δόσεις, ώστε να εισπραχθεί πλήρως από τους πολίτες μέσα στα έτη 2024, 2025 και 2026.
Το αποτέλεσμα ήταν το 2024 να επιβληθεί αύξηση 7,6%, για το 2025 να έχει κιόλας ανακοινωθεί νέα αύξηση 4,9% και το 2026 να αναμένεται η ολοκλήρωση της είσπραξης του υπολοίπου της «παγωμένης» αναπροσαρμογής του 2023, μαζί με τη νέα τιμαριθμική αναπροσαρμογή που προβλέπεται κάθε Σεπτέμβριο.
Με άλλα λόγια, οι πολίτες δεν επιβαρύνονται από ένα μεμονωμένο ποσοστό αύξησης, αλλά υφίστανται μια διαρκή, πολυετή άνοδο στο κόστος μετακίνησης, όπου κάθε νέα χρονιά προστίθεται πάνω στην προηγούμενη.
Ακόμη σοβαρότερο είναι ότι οι αυξήσεις αυτές συνοδεύονται και από νέους σταθμούς διοδίων – χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ο νέος σταθμός της Ολυμπίας Οδού στην έξοδο της Πάτρας – που δεν αποτελούν αναπροσαρμογή, αλλά νέα χρέωση και μάλιστα σε έναν ήδη υπερτιμημένο άξονα.
Τα αποτελέσματα της κυβερνητικής πολιτικής είναι σήμερα ορατά σε όλους. Η διαδρομή Αθήνα–Πύργος ανεβαίνει από 15,40 ευρώ στα 19,50 ευρώ, η Αθήνα–Θεσσαλονίκη ξεπερνά τα 35 ευρώ, και αντίστοιχες αυξήσεις καταγράφονται σε όλους τους μεγάλους αυτοκινητοδρόμους.
Το κόστος αυτό επηρεάζει την καθημερινότητα εργαζομένων, επισκεπτών, επαγγελματιών και μεταφορέων, με άμεση επίπτωση στο κόστος ζωής, στη μεταφορά αγαθών και στη λειτουργία των περιφερειακών οικονομιών.
Οι νέες αυξήσεις διοδίων, όπως και οι προηγούμενες, είναι απόρροια των συμφωνιών της κυβέρνησης με τους παραχωρησιούχους, με τους πολίτες να είναι αυτοί που καλούνται να καλύψουν πλήρως και από την τσέπη τους τις αυξήσεις του 2023, μαζί με τη συνεχή τιμαριθμική αναπροσαρμογή.
Οι αυξήσεις έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία τα ελληνικά νοικοκυριά δοκιμάζονται από τη συνεχή άνοδο του κόστους ζωής. Η ακρίβεια στην ενέργεια, στα καύσιμα, στα τρόφιμα και στις βασικές υπηρεσίες έχει περιορίσει δραματικά το διαθέσιμο εισόδημα, ενώ η αύξηση του κόστους μετακίνησης λειτουργεί πολλαπλασιαστικά στην καθημερινή οικονομική πίεση.
Σε πολλές περιφερειακές περιοχές, όπου η μετακίνηση μέσω αυτοκινητοδρόμων είναι ουσιαστικά υποχρεωτική, οι διαδοχικές ανατιμήσεις στα διόδια συνιστούν βάρος που επιτείνει τις ανισότητες και υπονομεύει την κοινωνική συνοχή.
Η ευκολία με την οποία το Υπουργείο αποδέχεται και υλοποιεί τις αποφάσεις των παραχωρησιούχων, χωρίς καμία αντίστοιχη μέριμνα για τους πολίτες, γεννά εύλογα ερωτήματα για το ποιου τα συμφέροντα τελικά υπηρετούνται.
Την ίδια στιγμή, ο τομέας των παραχωρήσεων συγκεντρώνεται πλέον σε λίγους ισχυρούς ομίλους, γεγονός που περιορίζει τον ανταγωνισμό και αυξάνει την εξάρτηση του Δημοσίου από τους παραχωρησιούχους.
Αυτό καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη για ενεργή και ουσιαστική εποπτεία, επαναδιαπραγμάτευση των συμβάσεων, όπου αυτό είναι εφικτό και κυρίως για πολιτική βούληση που να προασπίζει το δημόσιο συμφέρον.
Επειδή, οι πολίτες έχουν δικαίωμα σε προσιτές και ποιοτικές μεταφορές,
Επειδή, η συνεχής μετακύλιση των αυξήσεων στους χρήστες των αυτοκινητροδρόμων υπονομεύει την κοινωνική συνοχή και τη βιώσιμη περιφερειακή ανάπτυξη,
Επειδή, η κυβέρνηση κατά τις διαπραγματεύσεις με τους παραχωρησιούχους όφειλε να μεριμνά πρωτίστως για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των πολιτών,
Επειδή, η λειτουργία των παραχωρήσεων δεν μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός εγγυημένης κερδοφορίας για τους ομίλους, χωρίς ισόρροπη πρόβλεψη για τους χρήστες.
Ερωτάται ο κ. Υπουργός:
1. Ποια είναι η αναλυτική κατανομή των αυξήσεων που θα εφαρμοστούν από 1/1/2026 ανά κατηγορία οχήματος και ανά αυτοκινητόδρομο; Ποιο μέρος της αύξησης αφορά στην τιμαριθμική αναπροσαρμογή και ποιο το υπόλοιπο της μεταφερόμενης προσαύξησης του 2023;
2. Για ποιον λόγο επιλέχθηκε η σταδιακή επιβολή της αύξησης του 2023 σε τρία έτη; Υπήρξε μελέτη κοινωνικών επιπτώσεων;
3. Ποιες πρωτοβουλίες έχει λάβει το Υπουργείο για την επανεξέταση κρίσιμων όρων των συμβάσεων παραχώρησης, όπως:
- ο τρόπος υπολογισμού και οι ανώτατες τιμές της ετήσιας αναπροσαρμογής,
- η δυνατότητα αναστολής ή περιορισμού νέων σταθμών διοδίων,
- η εφαρμογή ειδικών ρυθμίσεων για συχνούς χρήστες, εργαζόμενους και κατοίκους όμορων περιοχών;
4. Πώς σκοπεύει η κυβέρνηση να προστατεύσει τη μεταφορική δραστηριότητα, την περιφερειακή συνοχή και την καθημερινότητα των πολιτών από τη συνεχή και σωρευτική άνοδο του κόστους μετακίνησης;
5. Προτίθεται να εκπονήσει επικαιροποιημένη μελέτη για τις επιπτώσεις των διαδοχικών αυξήσεων στα διόδια στην οικονομία, στον τουρισμό και στις μεταφορές;
6. Με δεδομένη τη συγκέντρωση του τομέα των παραχωρήσεων σε περιορισμένο αριθμό ομίλων, ποια μέτρα προτίθεται να λάβει για την ενίσχυση του δημόσιου ελέγχου, της διαφάνειας και της ανταποδοτικότητας των διοδίων;
Οι ερωτώντες Βουλευτές
Μεϊκόπουλος Αλέξανδρος
Βέττα Καλλιόπη
Γαβρήλος Γεώργιος
Δούρου Ειρήνη
Ζαμπάρας Μίλτος
Μπάρκας Κώστας
Νοτοπούλου Αικατερίνη
Παναγιωτόπουλους Ανδρέας
Παπαηλιού Γεώργιος
Τσαπανίδου Πόπη
Ψυχογιός Γεώργιος