Η στρατηγική αγάπη των Ευρωπαίων συμμάχων και εταίρων, εντός και εκτός Ε.Ε., για την Τουρκία αναδεικνύει την αμηχανία και την αδυναμία της κυβέρνησης Μητσοτάκη να διαχειριστεί τη δύσκολη για την Ελλάδα και την Κύπρο πραγματικότητα.
Την ίδια ώρα και η ελληνική κυβέρνηση αναγνωρίζει το κυρίαρχο δόγμα της εποχής Τραμπ, «Η ειρήνη έρχεται μέσω της ισχύος». Ένα δόγμα που εκτός από τον Τραμπ λανσάρει και ο Νετανιάχου. Ένα δόγμα που κανοναρχεί επίσης και τις σχέσεις Ευρώπης-Ρωσίας.
Οι πάντες μιλούν για αναγκαίους εξοπλισμούς, με τους Ευρωπαίους να υποστηρίζουν ότι η αναγέννηση της οικονομίας τους θα έρθει μέσω εξοπλισμών.
Σε αυτό το πλαίσιο, η σύμπραξη με την Τουρκία αναγορεύεται σε στρατηγική ανάγκη για την Ε.Ε., βάζοντας σε δεύτερη μοίρα την ειρήνη, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις βασικές αρχές του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.
Η Τουρκία εμφανίζεται διπλωματικά έτοιμη να διαπραγματευτεί με την Ελλάδα για τα χωρικά ύδατα και τις θαλάσσιες ζώνες. Όλοι όμως γνωρίζουμε ότι οι δηλώσεις της τουρκικής ηγεσίας προσαρμόζονται εύκολα ανάλογα με τη σκοπιμότητα και τη συγκυρία.
Το SAFE και το casus belli
Η Αθήνα είναι υποχρεωμένη να εμποδίσει τη συμμετοχή της Τουρκίας στο πρόγραμμα χρηματοδότησης των νέων ευρωπαϊκών εξοπλισμών, ο Κ. Μητσοτάκης έχει ήδη δηλώσει ότι όσο η Άγκυρα διατηρεί το casus belli η Αθήνα θα την εμποδίσει (βέτο) να ενταχθεί στο πρόγραμμα. Η Τουρκία δεν μπορεί να πάρει ως κράτος χρήματα, μπορούν όμως τουρκικές εταιρείες μέσω συμπράξεων να ενταχθούν σε επιμέρους προγράμματα για οπλικά συστήματα.
Η Άγκυρα απαντά στο αναμενόμενο ελληνικό βέτο όχι με την άρση του casus belli, που συνδέεται με την ενδεχόμενη επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων, αλλά με μια τυχόν διευθέτηση του εύρους των ελληνικών χωρικών υδάτων. Και μόνο αυτό δείχνει το συγκυριακό της τουρκικής στάσης.
Η συζήτηση, άλλωστε, για το εύρος των ελληνικών χωρικών υδάτων είχε φτάσει σχεδόν σε καταληκτικό σημείο το 2002-2004, με την Άγκυρα να υπαναχωρεί πλήρως.
Η αμηχανία της κυβέρνησης
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη βρίσκεται σε μια δύσκολη συγκυρία. Το κλίμα γενικώς είναι πολεμικό. Ιαχές στη Μέση Ανατολή, ιαχές και στην Ευρώπη, σε βαθμό που νομίζει κανείς ότι τα ρωσικά στρατεύματα είναι έτοιμα να εισβάλουν στη Βαρσοβία, αν όχι στο Βερολίνο.
Η Μόσχα, επίσης, θεωρεί πρωτίστως αντίπαλο την Ευρώπη, πάνω και από τις ΗΠΑ. Η στάση του Κρεμλίνου με συνεχείς αναφορές σε νέα οπλικά συστήματα προβοκάρει τους Ευρωπαίους για να τους οδηγήσουν σε μια κούρσα εξοπλισμών, σε μια εποχή που η ευρωπαϊκή οικονομία βιώνει μια δύσκολη πραγματικότητα (ακριβότερη ενέργεια, ακριβότερες πρώτες ύλες από Ρωσία, Αμερική, Κίνα ή Ινδία), με την παγκοσμιοποίηση να ευνοεί τις νέες οικονομικές δυνάμεις. Για το Κρεμλίνο ο πόλεμος στην Ουκρανία εξελίσσεται σε έναν αγώνα αντοχής οικονομικής και κοινωνικής με την Ε.Ε. και τις ΗΠΑ.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει ξεκινήσει έτσι κι αλλιώς τον εξοπλιστικό αγώνα δρόμου λόγω του αληθινού τουρκικού κινδύνου, αλλά με πολλά ερωτήματα για τη διαχείριση επιλογών και κόστους.
Η συντήρηση και η επιχειρησιακή ετοιμότητα όλων των νέων εξοπλισμών (Ραφάλ, Μπελαρά κ.ά.) είναι τρεισήμισι φορές ακριβότερες από την ίδια την αγορά τους. Χρειάζεται δε βάθος χρόνου για πλήρη επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Η αλήθεια είναι πως και η Άγκυρα αντιμετωπίζει τα ίδια προβλήματα. Χρηματικά και επιχειρησιακά, ακόμα μεγαλύτερα από της Ελλάδας, λόγω των επιλογών Ερντογάν, που θέλει να δημιουργήσει στράτευμα αυτοκρατορικών διαστάσεων. Το σπορ είναι πανάκριβο για την τουρκική οικονομία, η οποία πληρώνει και την παρουσία σε διάφορα μέτωπα, Συρία, Λιβύη, Ιράκ, Καύκασο, Αφρική κ.α.
Σε αυτό το περιβάλλον οι αποφάσεις είναι δύσκολες για έναν πρωθυπουργό που έβλεπε τα πάντα μόνο από την επιχειρηματική τους σκοπιά και ασκούσε μια ΙΧ εξωτερική πολιτική. Μια κυβέρνηση που έχει καταφέρει να έρθει σε καβγά και με τη Λευκωσία.
Τώρα ο κ. Μητσοτάκης και ο κ. Γεραπετρίτης, όπως και ο υπουργός Άμυνας, καλούνται να δουν όλες τις διαστάσεις των αληθινών προβλημάτων. Καλούνται να διαχειριστούν μια πολύπλοκη πραγματικότητα σε μια αταξινόμητη συγκυρία. Το χάος, η ωμή επιθετικότητα, η εύκολη αποδοχή του δίκαιου του ισχυρού είναι ο κανόνας.
Η κυβέρνηση καλείται να σηκώσει ανάστημα πρώτα μέσα στην Ε.Ε. και στο ΝΑΤΟ, αν θέλει να αποφύγει κινδύνους συγκρούσεων σε άναρχο και ανεξέλεγκτο τοπίο. Και με έναν Τραμπ που κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι ακριβώς θα κάνει. Εκτός αν κάποιοι θέλουν να στηριχτούν στην κ. Γκίλφοϊλ, που ξεκίνησε την πρεσβευτική καριέρα της στα... μπουζούκια.
Η ενεργειακή Παραεγνατία στο προσκήνιο
Κάποιοι φίλοι Ευρωπαίοι, κυρίως Γερμανοί, θέλουν να χρηματοδοτήσουν δίκτυα οδικά και ενεργειακά από Τουρκία σε Βουλγαρία και Βόρεια Μακεδονία, χωρίς κάθετους άξονες. Δικαίωμα και των γειτονικών μας χωρών στην ανάπτυξη, αλλά οι σχεδιασμοί είναι σε μια κακή συγκυρία, με την κυβέρνηση να εγκαταλείπει στην τύχη της τη Συμφωνία των Πρεσπών. Κάποιοι λένε ότι δεν αντιδρά όταν ορισμένοι εταίροι θεωρούν τη Συμφωνία των Πρεσπών διμερή και όχι διεθνή.
Περιμένουμε απαντήσεις...