Η κυβέρνηση με όχημα την πόλωση δεν διστάζει να εργαλειοποιήσει τη συλλογική μας ταυτότητα, επινοώντας στόχους και φανταστικούς εχθρούς για να συσπειρώνει τους υποστηρικτές της που μειώνονται δραματικά. Είναι μια σταθερή στρατηγική της Ν.Δ. του Κ. Μητσοτάκη που κορυφώνεται σε περιόδους κατά τις οποίες νιώθει τρωτή και ηττημένη.
Καλοκαίρι ήταν ακόμα όταν ο Παύλος Μαρινάκης αποκάλεσε «φασίστες» τους ανθρώπους που εξέφρασαν την αλληλεγγύη τους στον παλαιστινιακό λαό, αποτρέποντας τους Ισραηλινούς τουρίστες να κατέβουν στη Σύρο. Η στοχοποίηση της αλληλεγγύης είναι κάτι πιο βαθύ από τη στρέβλωση της εικόνας με τα διαθλαστικά ακροδεξιά γυαλιά. Γιατί πρόκειται για την ουσία της πολιτικής πράξης της Αριστεράς, η οποία όμως ταυτίζεται με ό,τι πιο χυδαίο και απάνθρωπο έχουν να παρουσιάσουν τα πολιτικά συστήματα. Τη σκυτάλη πήρε ο Θάνος Πλεύρης. Ο υπουργός Μετανάστευσης άφησε ανεξέλεγκτα τα ρατσιστικά παραληρήματά του όταν εισηγήθηκε το νομοσχέδιο που φυλακίζει αθώους ανθρώπους γιατί δεν έχουν χαρτιά. Οι ρατσιστικές προτροπές, που παλαιότερα δεν θα τολμούσε να εκστομίσει, υιοθετήθηκαν από την κυβέρνηση και έγιναν νόμος.
Στη συνέχεια στοχοποιήθηκαν οι συγγενείς των 57 θυμάτων των Τεμπών επειδή υπερασπίζονται τη μνήμη των παιδιών τους και αναζητούν την αλήθεια. Και αμέσως μετά τη φωτεινή στιγμή της νίκης της αλληλεγγύης και του Πάνου Ρούτσι ο κυβερνητικός και κατευθυνόμενος μιντιακός εσμός ξαναχτύπησε με δριμύτητα. Σκοπός ήταν να μην πιστωθεί η νίκη του «κινήματος» των Τεμπών και της αλληλεγγύης ως τέτοια στη συλλογική συνείδηση, να μην φανεί ότι η κυβέρνηση αναγκάστηκε σε υποχώρηση υπό την πίεση του συλλογικού αιτήματος και της προστατευτικής αγκαλιάς της κοινωνίας στους γονείς. Πόσο μάλλον όταν η αλληλεγγύη στον Πάνο Ρούτσι έφερε σε κοινή θέα τα εσωκομματικά προβλήματα της Ν.Δ. Ταυτόχρονα, έπρεπε να καταδικαστεί στις συνειδήσεις των ανθρώπων η απεργία πείνας ως μέσο πάλης, που μπορεί να κινητοποιήσει κοινωνικές δυνάμεις και να φέρει αποτελέσματα. Το κυριότερο, όμως, είναι ότι έπρεπε να κλείσει η ρωγμή που προκάλεσε η νίκη της αλληλεγγύης στον Πάνο Ρούτσι στο προστατευτικό τείχος που έχτισε η κυβέρνηση για τον εαυτό της με τη βοήθεια των συστημικών μέσων. Ειδικά μετά την πανδημία, όταν «έπνιγε» κάθε φωνή κριτικής και αντίστασης είτε με βίαιη καταστολή είτε με λεκτική στοχοποίηση και συκοφαντία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να οδηγηθούν αρκετοί-ες σε αδιέξοδο, απογοήτευση και αποστράτευση από τους λαϊκούς αγώνες.
Μετά από αυτή την κομβικής σημασίας νίκη και με δεδομένη τη μόνιμη ρεβανσιστική παρέκκλιση της Δεξιάς εντάθηκε ακόμα περισσότερο η στοχοποίηση της Αριστεράς και της προοδευτικής αντιπολίτευσης. Κινήματα και διαφορετικές απόψεις διαβάλλονται και λιθοβολούνται. Οι συγκεντρώσεις στον κατεξοχήν λαϊκό τόπο του Άγνωστου Στρατιώτη ποινικοποιούνται και όλα αυτά επιστεγάζονται με ρατσιστικές και εμφυλιοπολεμικές δηλώσεις δεξιών υπουργών σε έναν τρελό χορό με φιλοχουντικά παραληρήματα ακροδεξιών σε κοινή θέα στα κανάλια. Γιατί πόσο συγκυριακή ήταν η εμφυλιοπολεμική δήλωση Δρυμιώτη, ο οποίος παρουσιάστηκε ως αυτόκλητος τιμητής εθνικοφροσύνης και με τη μάσκα του «έγκριτου», που φορούν οι καλεσμένοι αναλυτές στα πάνελ, μοιράζει εθνόσημα; Και πόσο τυχαία η φτηνή προπαγάνδα με το παρουσιολόγιο στην κηδεία του Σαββόπουλου; Τα χλευαστικά σχόλια του Π. Μαρινάκη για τις συγκεντρώσεις στον Άγνωστο Στρατιώτη; Το κυνήγι μαθητριών στο οποίο επιδίδεται το υπουργείο Παιδείας για ένα σηματάκι αλληλεγγύης στον παλαιστινιακό λαό την ώρα που σφαγιάζεται;
Η επίθεση της Δεξιάς κλιμακώνεται με ακραία λεκτική βία, δαιμονοποιώντας τη διαφορετική οπτική, άποψη, ανάγνωση, πρόταση. Τι κάνουν η Αριστερά και η προοδευτική αντιπολίτευση είναι ένα ερώτημα. Γιατί ο μεγάλος φόβος της νεοφιλελεύθερης Δεξιάς και της Ακροδεξιάς, που εύκολα βρίσκουν τα συγκοινωνούντα δοχεία για να συνεχίζουν μια αγαστή ιστορική συνεργασία, δεν είναι άλλος από την ενότητα της Αριστεράς και του προοδευτικού κόσμου. Και δεν είναι ο Μητσοτάκης το ζήτημα. Εύκολα θα τον θυσιάσουν όταν έρθει η ώρα, όπως φαίνεται από τα εσωκομματικά παζάρια της Ν.Δ., την ηγετική παρουσία Δένδια, το κόμμα Σαμαρά που είναι στα σπάργανα. Η διάδοχη κατάσταση τους απασχολεί. Και τα οικονομικά συμφέροντα που κινούν τα νήματα στο πολιτικό σύστημα κάνουν τα πάντα για να εξασφαλίσουν την πιο βολική για αυτά συνθήκη.
Η περιχαράκωση των αριστερών και προοδευτικών κομμάτων ξεσκονίζει τις ευθύνες της νεοφιλελεύθερης Δεξιάς για τη σημερινή κατάσταση και διαιωνίζει την αποστράτευση της νεολαίας αλλά και των ζωογόνων κοινωνικών δυνάμεων που συνθέτουν τη συλλογική δράση. Η αποϊδεολογικοποίηση, μια δεξιά απαίτηση δεκαετιών στη Μεταπολίτευση, δεν βλάπτει μόνο σοβαρά την πολιτική σκέψη, αλλά κυρίως καταδικάζει την κοινωνία σε αυτή τη δεξιά σήψη. Την ώρα που η βαρβαρότητα επιτίθεται, η αποϊδεολογικοποίηση δεν είναι λύση, αλλά αυτοκτονία. Αντίθετα, η απελευθερωτική δράση, με βάση τις λυτρωτικές ανθρωπιστικές αξίες της ισότητας, της ελευθερίας και της δικαιοσύνης στις οποίες βασίζονται η Αριστερά και ο προοδευτικός κόσμος, και ο αγώνας για τα αυτονόητα δικαιώματα που μας στερούν μπορεί να φέρουν τις απαραίτητες ζωογόνες αλλαγές.