Παρά τις εξαγγελίες της κυβέρνησης για μειώσεις φόρων και νέες κλίμακες εισοδήματος, το μείζον ζήτημα της ελληνικής κοινωνίας η εκτόξευση του κόστους ζωής, παραμένει ουσιαστικά αναπάντητο. Η κυβέρνηση μοιάζει να απαντά σε μια διαφορετική κρίση από αυτήν που βιώνει η κοινωνία.
Σε μια περίοδο κατά την οποία τα νοικοκυριά δοκιμάζονται από την επίμονη ακρίβεια στα τρόφιμα, στην ενέργεια, στα καύσιμα και στα ενοίκια, η επιλογή της κυβέρνησης να περιοριστεί σε φορολογικά μέτρα, χωρίς να αγγίξει τον μηχανισμό παραγωγής και συντήρησης της ακρίβειας, φανερώνει είτε ανικανότητα κατανόησης του προβλήματος, είτε πολιτική απροθυμία να συγκρουστεί με τα συμφέροντα που το συντηρούν.
Οι φοροελαφρύνσεις που εξαγγέλθηκαν έχουν επιλεκτική στόχευση: νέοι έως 25 ετών απαλλάσσονται από τον φόρο εισοδήματος, ενώ οι ηλικίες 26-30 βλέπουν σημαντική μείωση του συντελεστή. Παράλληλα, οικογένειες με παιδιά δικαιούνται πρόσθετες ελαφρύνσεις, και το σύνολο των φορολογουμένων ωφελείται από μια γενική μείωση κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες. Μιλάμε για μέτρα περιορισμένης αποτελεσματικότητας
Αυτές οι παρεμβάσεις δεν απαντούν στην απώλεια της αγοραστικής δύναμης που έχει υποστεί ο πολίτης τα τελευταία χρόνια. Οι φοροελαφρύνσεις αυτές, ακόμη και αν έχουν θετική δημοσιονομική επίπτωση για επιμέρους ομάδες, δεν είναι ικανές να εξισορροπήσουν την εκτίναξη των τιμών σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες.
Η απουσία ουσιαστικής πολιτικής κατά της ακρίβειας
Το πλέον ανησυχητικό είναι ότι δεν ανακοινώθηκε κανένα μέτρο ελέγχου ή ρύθμισης των τιμών στην αγορά. Δεν υπήρξε καμία αναφορά σε μηχανισμούς εποπτείας, σε ενίσχυση των ελέγχων, σε αντιμετώπιση φαινομένων αισχροκέρδειας ή υπερκερδών. Η αγορά λειτουργεί ανεξέλεγκτα, με τα περιθώρια κέρδους σε βασικές κατηγορίες προϊόντων να παραμένουν σταθερά σε δυσθεώρητα επίπεδα.
Σε αντίθεση με άλλες Ευρωπαϊκές Κυβερνήσεις που επενέβησαν δυναμικά στις τιμές ενέργειας, στα ενοίκια και σε κρίσιμους τομείς κατανάλωσης, η ελληνική Κυβέρνηση φαίνεται να έχει παραιτηθεί του ρόλου της ως ρυθμιστή της αγοράς, περιοριζόμενη σε παθητική παρακολούθηση των εξελίξεων.
Η κυβέρνηση συνεχίζει να επενδύει επικοινωνιακά στην «στήριξη της μεσαίας τάξης». Τα ίδια τα μέτρα όμως δείχνουν ότι αυτή η στήριξη είναι οριακή και λογιστική, όχι δομική. Οι πολίτες δεν αξιολογούν την ποιότητα της ζωής τους με βάση τους φορολογικούς συντελεστές, αλλά με βάση την πραγματική τους ικανότητα να ανταποκριθούν στις ανάγκες τους , να καλύψουν στέγαση, τροφή, ενέργεια, παιδεία και υγεία.
Η πλειονότητα των πολιτών γνωρίζει πολύ καλά ότι η ελάφρυνση των 1.200 ή 2.000 ευρώ ετησίως δεν αντισταθμίζει την αύξηση του κόστους ζωής κατά 15% ή 20% τα τελευταία δύο χρόνια. Ειδικά όταν αυτή η αύξηση δεν αφορά περιττές δαπάνες, αλλά τα απολύτως βασικά.
Το μεγαλύτερο έλλειμμα αυτής της πολιτικής προσέγγισης είναι η παντελής απουσία στρατηγικής. Χωρίς σαφή στόχευση για το πώς θα μειωθεί το κόστος ζωής, πώς θα ενισχυθεί η εγχώρια παραγωγή, πώς θα αποκατασταθεί η διαπραγματευτική ισχύς του καταναλωτή, η οικονομική πολιτική καταλήγει σε αποσπασματικές παρεμβάσεις, με προσωρινό και περιορισμένο αντίκτυπο.
Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει με συγκεκριμένα μέτρα στην ακρίβεια, όχι με φορολογικές διευκολύνσεις που απλώς αμβλύνουν τις συνέπειες μιας πολιτικής που η ίδια συντηρεί.
Η κοινωνία χρειάζεται μία Κυβέρνηση που να προστατεύει το εισόδημά της από την εκμετάλλευση και την ασυδοσία. Και αυτό προϋποθέτει πολιτική βούληση για σύγκρουση με τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα κάτι η παρούσα κυβέρνηση δεν θα το κάνει ποτέ γιατί εξυπηρετεί αυτά τα συμφέροντα. Χρειάζονται ριζικές, προοδευτικές τομές με ελέγχους στις τιμές, φορολόγηση του κεφαλαίου, ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, επενδύσεις στη δημόσια παιδεία και υγεία, ουσιαστική προστασία της εργασίας και της στέγης.
Η κυβέρνηση δεν το θέλει. Δεν μπορεί. Δεν θα το κάνει. Η ευθύνη να το απαιτήσουμε και να το διεκδικήσουμε είναι δική μας.
Η Ιωάννα Λιούτα είναι πολιτική και οικονομική αναλύτρια