Αρνητικός ο μέχρι τώρα απολογισμός της κυβέρνησης Μητσοτάκη και όσον αφορά την ελάχιστη συνεννόηση για κρίσιμα εθνικά θέματα. Καμία σύνοδος πολιτικών αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας δεν έχει συγκληθεί από τον σημερινό πρωθυπουργό. Αντιθέτως, ο Αλέξης Τσίπρας το 2015, ενώ είχε κερδίσει πανηγυρικά το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, συγκάλεσε το Συμβούλιο των Πολιτικών Αρχηγών υπό την προεδρία του Προκόπη Παυλόπουλου, μια κίνηση που ήταν επιβεβλημένη διότι κρινόταν η θέση της Ελλάδας στην Ευρωζώνη, από την οποία ο τότε πρωθυπουργός δεν είχε διανοηθεί να αποχωρήσει η χώρα, παρότι το επιδίωκε μεγάλη μερίδα του τότε ΣΥΡΙΖΑ, με εκφραστές τους Λαφαζάνη, Βαρουφάκη και Κωνσταντοπούλου.
Αγνώμων ο Μητσοτάκης στον Τσίπρα και για τον εξής λόγο. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος οδήγησε στην παραίτηση του Σαμαρά από την ηγεσία της Ν.Δ., την προεδρία της οποίας ανέλαβε ο μετριοπαθής Μεϊμαράκης, ο οποίος στη συνέχεια έχασε τις εσωκομματικές εκλογές, τις οποίες κέρδισε ο Μητσοτάκης με τη βοήθεια του Γεωργιάδη και του Σαμαρά. Από μια άποψη, ο Μητσοτάκης οφείλει στο δημοψήφισμα, το οποίο και σήμερα καταγγέλλει, την άνοδό του στην ηγεσία της Ν.Δ. και κατ’ επέκταση στην πρωθυπουργία.
Καμαρώνουμε, επίσης, ως σύγχρονη Αριστερά για το γεγονός ότι καρπός δικής μας πρότασης ήταν ο, και συνταγματικά κατοχυρωμένος από το 2004, θεσμός του Εθνικού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΣΕΠ), του οποίου υπήρξα μέλος συνεχώς, από το 2005 έως το 2019. Η ιδέα διατυπώθηκε πρώτη φορά από τον Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου το 1991, χρονιά διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας, εξέλιξη που απειλούσε με αλυσιδωτές αρνητικές αντιδράσεις. Η διάλυση είχε φέρει στο προσκήνιο και το Μακεδονικό, το οποίο έμελλε έκτοτε να αποτελέσει κομβικό ζήτημα της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας και των σχέσεών της με την Ευρώπη. Σχεδόν τρεις δεκαετίες κράτησε η αποκληθείσα «σκοπιανοποίηση» της εξωτερικής μας πολιτικής, γι’ αυτό και αποτέλεσε ορόσημο η ιστορική Συμφωνία των Πρεσπών.
Αρχικά, στη διατύπωση της πρότασης του ΣΥΝ για την αναζήτηση μιας ελάχιστης εθνικής συνεννόησης λόγω της γιουγκοσλαβικής τραγωδίας μετείχε και το ΚΚΕ ως βασική συνιστώσα του ενωτικού εγχειρήματος, μέχρι την αποχώρησή του τον Ιούνιο του 1991. Στο Τμήμα Εξωτερικής Πολιτικής του ΣΥΝ είχαμε ήδη από το 1989 σημαντικές προσωπικότητες, όπως οι πρέσβεις ε.τ. Αλέξανδρος Ξύδης και Κώστας Ζέπος, ο Γεράσιμος Νοταράς, ο καθηγητής Αντώνης Μπρεδήμας και ο Λεωνίδας Κύρκος. Το 1992 είχε γίνει με επιτυχία και η πρώτη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή, που είχε καταλήξει σε συμφωνία τριών σημείων: α) Σε καμία περίπτωση η Ελλάδα δεν θα εμπλακεί στη βαλκανική κρίση, β) καμία ανάμειξη άλλης βαλκανικής χώρας στη γιουγκοσλαβική τραγωδία και γ) απόλυτος σεβασμός στο απαραβίαστο των διεθνών συνόρων, για ειρήνη στα Βαλκάνια. Η σύσκεψη σήμανε και την απόλυση Σαμαρά από τη θέση του ΥΠΕΞ, κάτι που ο Μεσσήνιος πολιτικός της Δεξιάς δεν συγχώρεσε στον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, προκαλώντας την πτώση του το 1993 διά της αποστασίας.
Ενδιάμεσα ο ΣΥΝ είχε κάνει πρόταση διά της Μαρίας Δαμανάκη να δεχθεί η Ελλάδα σύνθετη ονομασία για την ΠΓΔΜ, αντί της μαξιμαλιστικής «μία είναι η Μακεδονία και μόνο ελληνική», ενώ το ζήτημα όδευε από την Ε.Ε. στον ΟΗΕ, όπου η Ελλάδα δεν διαθέτει το δικαίωμα άσκησης βέτο. Χαμένη από θέση, δηλαδή καθώς δεκάδες χώρες, ανάμεσά τους η Ρωσία και η Κίνα, είχαν ήδη αναγνωρίσει τη γείτονα ως Δημοκρατία της Μακεδονίας. Ευτυχώς ο επανακάμψας το 1993 στην πρωθυπουργία Ανδρέας Παπανδρέου, αν και βαριά άρρωστος, μετά την επιβολή εμπάργκο στη γείτονα το 1994 έκανε στροφή ύστερα από επίσκεψη του Χόλμπρουκ στο Καστρί το 1995, αποδεχόμενος την Ενδιάμεση Συμφωνία στο πλαίσιο του ΟΗΕ και αναγνωρίζοντας τη γειτονική χώρα με την προσωρινή ονομασία Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ ή FYROM), κάτι που διευκόλυνε και την ένταξή της στον ΟΗΕ. Με άλλα λόγια, ο διορατικός πρωθυπουργός αναγνώρισε τη διπλωματική αποτυχία της Ελλάδας λόγω «μακεδονομάχων», αποδεχόμενος τελικά ονομασία που περιείχε τη λέξη «Μακεδονία».
Τον Ανδρέα Παπανδρέου διαδέχτηκε στην ηγεσία της χώρας ο Κώστας Σημίτης το 1996, χρονιά της κρίσης στα Ίμια, που συνοδεύτηκε όμως από καλύτερες μέρες και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, παρότι άφησε πίσω της τις «γκρίζες ζώνες». Ωστόσο, η κυβέρνηση Σημίτη νομοθέτησε το Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής, το οποίο όμως ουδέποτε λειτούργησε ως εργαστήριο ιδεών για την εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς σχέσεις της χώρας μας. Οι σημερινές εξελίξεις, που προοιωνίζονται δυσκολίες σε διάφορα μέτωπα για την Ελλάδα, απαιτούν την αναβάθμιση του θεσμού αυτού, την οποία οφείλει να εισηγηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. με συγκεκριμένες προτάσεις. Σωκράτη και Ρένα Δούρου, σκεφτείτε το!
* Ο Πάνος Τριγάζης είναι υπεύθυνος του Γραφείου Ειρήνης του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.