- Πρέπει να γράψεις για το Πάσχα.
- Γιατί;
- Όλοι οι χρονογράφοι έχουν γράψει.
- Και οι γιαλαντζή χρονογράφοι;
- Όταν υπηρετείς ένα είδος, να το υπηρετείς σωστά!
Ντράπηκα...
Άρχισα τη μακρά διαδρομή στον χρόνο (από μακρινή μνήμη καλά πάω, με την κοντινή τι γίνεται...), σταματώντας σε γεγονότα που λίγο πολύ με σημάδεψαν.
Το πρώτο που θυμάμαι είναι -τι άλλο;- ο Επιτάφιος. Μυσταγωγία, κατάνυξη, αλλά και ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα μπλεγμένο ανάμεσα σε αρώματα της άνοιξης και τη μαγεία της νύχτας. Με έντονο καρδιοχτύπι. Κλεφτές ματιές στο ένα και μοναδικό πλάσμα, που χωρίς εκείνο δεν θα είχε νόημα να κινείται η γη. Αντικρουόμενα συναισθήματα αγνού έρωτα και ενοχής (μας είχαν μάθει πως στις εκκλησιές λατρεύουμε μόνο τον Θεό), γνώριμα πια, τα επόμενα χρόνια.
Το πρώτο Μεγάλο Σάββατο που θυμάμαι ήταν συνδεδεμένο με φόβο. Αυτά τα άγρια για τα γούστα μου παιχνίδια, με τα βαρελότα να κυλάνε στα πόδια μας και να χοροπηδάμε σαν κατσίκια για να τα αποφύγουμε.
Μπα, αποκλείεται να ενδιαφέρουν αυτά τον αναγνώστη. Ούτε και οι επόμενες Μεγάλες Εβδομάδες, της εφηβείας, όπου η ατομική επανάσταση έφερε και ψήγματα αθεΐας, ξεγυμνώνοντας τις ημέρες εκείνες από τη μυσταγωγία και την κατάνυξη.
Δεν θέλω να αναφερθώ στο πρώτο Μ. Σάββατο στον στρατό, όπου, κοιτάζοντας τις φωτοβολίδες μέσα από τα θολά τζάμια του θαλάμου, ένιωσα για πρώτη φορά τη λαχτάρα να είμαι κοντά στους δικούς μου. Ούτε στην πολύ καλύτερη δεύτερη χρονιά, με τις σούβλες του Πάσχα και με τον Γιώργο Ζαμπέτα να τα δίνει όλα (υπηρετούσα μαζί με τον γιο του, τον μακαρίτη και αυτόν, Μιχάλη, και το πατρικό φίλτρο λειτούργησε σαν αναβολικό κεφιού).
Δεν θέλω να θυμάμαι εκείνο το εφιαλτικό, το πιο μαύρο Μ. Σάββατο της ζωής μου, με τον παιδικό φίλο, τον Σάββα, να γίνεται κομμάτια από έναν αυτοσχέδιο δυναμίτη με τζούφιο φιτίλι...
Θέλω να θυμάμαι όμορφες στιγμές, όπως το πρώτο Πάσχα κάθε μου παιδιού, την ανεπιτυχή του προσπάθεια να κρατήσει όρθια τη λαμπάδα.
Ακόμα λιγότερο ενδιαφέρουν τον αναγνώστη οι γιορτές των τελευταίων ετών, με τα αγαπημένα μου πρόσωπα, αλλά και με πάντα κλεφτές ματιές πόθου και ενοχής, με συναισθήματα που δεν κατάφεραν να ξεμπλέξουν από τα αρώματα της άνοιξης και τη μαγεία της νύχτας.
Με μια αποφασιστική κίνηση έκλεισα το κομπιούτερ, τράβηξα την πρίζα και φώναξα: «Όχι, δεν θα γράψω»!