Live τώρα    
Προς μια οικονομική πολιτική για την Αριστερά του 21ου αιώνα
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Προς μια οικονομική πολιτική για την Αριστερά του 21ου αιώνα

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 πραγματοποιήθηκε μια μεγάλη αντεπανάσταση: ο καπιταλισμός απελευθερώνεται από τα δεσμά του κοινωνικού ελέγχου και εξαπολύεται σε εθνικό και διεθνές επίπεδο μέσα από ένα νέο κύμα οικονομικής παγκοσμιοποίησης, όχι πολύ διαφορετικό από εκείνο που είχε λάβει χώρα από τα μέσα της δεκαετίας του 1880 ως το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Με τον καπιταλισμό να βιώνει εκείνη την εποχή μία από τις συνήθεις βιομηχανικές ή οικονομικές κρίσεις του είδους που είχε επισημάνει ο Μαρξ πάνω από έναν αιώνα πριν, οι περιορισμοί της κεϋνσιανής παρεμβατικής πολιτικής είχαν κάνει τον κύκλο τους εν όψει της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους και η αναζήτηση μιας νέας οικονομικής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της επιβράδυνσης της μακρού κύματος της οικονομικής ανάπτυξης βρισκόταν σε εξέλιξη.

Καλώς ήρθατε στον νεοφιλελευθερισμό -το νέο κύμα οργής του κεφαλαίου, η αντεπίθεση στα τριάντα χρόνια κρατικά διαχειριζόμενου καπιταλισμού, μια περίοδος όπου σημειώθηκε η μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη στη σύγχρονη ιστορία και μια απαράμιλλη εποχή ευημερίας για τους εργαζόμενους στις προηγμένες βιομηχανικές χώρες. Στο πλαίσιο αυτό, ο νεοφιλελευθερισμός αναδύεται ως διεθνής στρατηγική από το χρηματιστικό κεφάλαιο και τους χαράκτες πολιτικής και μετατρέπεται στη νέα οικονομική «κοσμοθεωρία» για ένα μεγάλο μέρος της ακαδημαϊκής κοινότητας καθώς και σε εργαλείο προπαγάνδας για τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 έως την παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση του 2007-2009, ο νεοφιλελευθερισμός κυριαρχεί παρά τις πολυάριθμες γιγαντιαίες χρηματοπιστωτικές κρίσεις που ξεσπούν σε πολλά μέρη ανά την υφήλιο (Ασία, Μεξικό, Ρωσία, ΗΠΑ), την οικονομική καταστροφή που απλώνεται στο πέρασμά του (Αφρική, Λατινική Αμερική, Ρωσία, Ανατολική Ευρώπη), και το γεγονός ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης υστερούν σημαντικά έναντι αυτών που σημειώθηκαν στις προηγμένες καπιταλιστικές οικονομίες κατά την περίοδο του κρατικά διαχειριζόμενου καπιταλισμού.

Οι εξελίξεις αυτές αποκαλύπτουν μια σειρά από αλληλένδετα φαινόμενα: α) την ισχύ της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, β) την έκταση της επιρροής της παγκόσμιας οικονομικής ελίτ, γ) τις μεταβολές στη σύνθεση των ταξικών δυνάμεων, δ) τη θλιβερή κατάσταση της Αριστεράς στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες.

Ωστόσο, ο νεοφιλελευθερισμός σήμερα είναι πολιτικά και ηθικά χρεωκοπημένος.

Οι πολιτικές λιτότητας που επιβάλλονται σε Ευρώπη και ΗΠΑ αποτελούν την αιχμή του δόρατος του χρηματιστικού καπιταλισμού, στην προσπάθειά του για την αποπληρωμή του χρέους και στη διατήρηση της κυριαρχίας του σε μια εποχή έντονης και γενικευμένης καπιταλιστικής κρίσης. Έθνη, κυβερνήσεις, κοινωνίες και βιομηχανίες καταβάλλουν το τίμημα της χρηματιστικοποίησης της οικονομίας και του ταξικού πολέμου που διεξάγει ο χρηματοοικονομικός τομέας και η χρηματοοικονομική ελίτ εναντίον των δημοσίων φορέων, του κοινωνικού κράτους, των μισθωτών και των συνταξιούχων.

Η συσταλτική δημοσιονομική πολιτική και τα μέτρα λιτότητας διαμορφώνουν ένα σπιράλ χρέους-ύφεσης-λιτότητας, αποκλείοντας κάθε προοπτική για ανάπτυξη. Η πεονία και ο νέο-φεουδαλισμός επιβάλλονται ως αναγκαστικές συνθήκες των ανεξάντλητων ταξικών επιθέσεων του χρηματιστικού καπιταλισμού και των εθνικών κυβερνήσεων που λειτουργούν ως δορυφόροι του.

Η ανάγκη να διαμορφωθεί μια συγκροτημένη προοδευτική οικονομική πολιτική και ένα όραμα για τη μετάβαση στη «νέα» κοινωνία μετά το ολοκαύτωμα της νεοφιλελεύθερης επέλασης των τελευταίων 40 ετών είναι κάτι περισσότερο από ορατή.

Μια ρεαλιστική, προοδευτική οικονομική πολιτική για την εποχή μας θα μπορούσε να βασιστεί σε μια μετα-κεϋνσιανή προσέγγιση όσον αφορά την ανάπτυξη και την απασχόληση και να εναρμονιστεί με σύγχρονες νεομαρξιστικές αντιλήψεις γύρω από ζητήματα που σχετίζονται με τη συμμετοχή των εργαζομένων στην παραγωγική διαδικασία, την αναδιανομή του πλεονάσματος, τη βιώσιμη ανάπτυξη και το περιβάλλον.

Αρχικά, η επιστροφή στο δημοκρατικό εθνοκράτος είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χάραξη μιας οικονομικής πολιτικής για την Αριστερά του 21ου αιώνα. Το κράτος αποτελεί κεντρικό όργανο κοινωνικής αλλαγής και αναδιάταξης των ταξικών δυνάμεων, με τις στοχευμένες επενδύσεις σε καίριους τομείς της οικονομίας (προκειμένου να αποφευχθούν τα τραγικά αποτελέσματα της κεντρικά σχεδιαζόμενης οικονομίας του 20ού αιώνα) να συνεχίζουν να αποτελούν την αιχμή του δόρατος μιας κοινωνικής αναπτυξιακής πολιτικής.

Για τη μετάβαση στη «νέα» κοινωνία, ο άμεσος στρατηγικός στόχος μιας προοδευτικής οικονομικής πολιτικής δεν μπορεί παρά να είναι η κατάλληλη ισορροπία μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής δράσης.

Η επιστροφή στο εθνοκράτος είναι επίσης απαραίτητη προϋπόθεση για την αναζωογόνηση της ίδιας της δημοκρατίας. Το δημοκρατικό έλλειμμα είναι σήμερα πολύ πιο έντονο και πιο σοβαρό από τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το χρέος. Ας αναλογιστούμε απλώς ότι τις δεκαετίες του 1760 και 1770 οι 13 αμερικανικές αποικίες εξεγέρθηκαν εναντίον του βρετανικού στέμματος με το σύνθημα «όχι φορολόγηση χωρίς εκπροσώπηση». Στην Ευρωπαϊκή Ένωση του 2013 μη εκλεγμένα θεσμικά όργανα χαράσσουν την πολιτική για τα ελλείμματα και το χρέος, παραβιάζοντας ακόμα και τη βασική δημοκρατική αρχή ότι δεν μπορεί να υπάρχει φορολογία χωρίς εκπροσώπηση.

Το ευρωπαϊκό εγχείρημα από την υπογραφή του Μάαστριχτ και μετά είναι τελείως αποξενωμένο από το όραμα μιας κοινωνικής και δημοκρατικής Ευρώπης. Το δε αρχιτεκτονικό οικοδόμημα του ευρώ δεν είναι απλά ελαττωματικό, αλλά επικίνδυνο για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την οικονομική δημοκρατία.

Για τη μετάβαση στη «νέα» κοινωνία, η έξοδος από το ευρώ για την Αριστερά του 21ου αιώνα είναι πλέον ύψιστης στρατηγικής σημασίας.

* Ο Χ. Ι. Πολυχρονίου είναι ερευνητής και Policy Fellow στο Levy Economics Institute of Bard College της Νέας Υόρκης.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0