Ερευνώ δημοσιογραφικά το ζήτημα των αγνοουμένων στην Κύπρο περί τα τριάντα χρόνια και είναι τόσες οι τραγικές ιστορίες οι οποίες έχω συγκεντρώσει που μου έχουν γίνει δεύτερη φύση, αν και η μία είναι τραγικότερη από την άλλη. Συνολικά οι αγνοούμενοι είναι 2.002, εκ των οποίων οι 492 Τουρκοκύπριοι. Έχουν ταυτοποιηθεί 752 Ελληνοκύπριοι και Ελλαδίτες και 295 Τουρκοκύπριοι. Λίγο έως πολύ γνωρίζω όλων τις ιστορίες. Έτσι, όταν περί τα τέλη Μαΐου είδα στις ειδήσεις ότι κηδεύτηκε το μεσημέρι στη Λευκωσία ένας ΕΛΔΥΚάριος που τον είχαμε κηδεύσει πριν από 24 χρόνια, λίγο έλλειψε να πάθω εγκεφαλικό. Ο έφεδρος ανθυπασπιστής (ΠΖ) Κουκουλάρης Χρήστος του Κωνσταντίνου από τη Νέα Χαλκηδόνα Αττικής ήταν μία από τις υποθέσεις αγνοουμένου που μου έδωσε μια δόση ικανοποίησης, διότι τα οστά του ταυτοποιήθηκαν το έτος 2000 και τον Μάιο αποδόθηκαν στην οικογένειά του. Με την οικογένεια βρισκόμουν σε επικοινωνία στο πλαίσιο της έρευνας που έκανα και κάνω μέχρι σήμερα για διάφορες πτυχές της τραγωδίας των αγνοουμένων.
Ο Χρήστος σκοτώθηκε στις 16 Αυγούστου 1974 στο στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ στον Γερόλακκο της Λευκωσίας, σε εκείνη τη σκληρή τριήμερη μάχη 318 ΕΛΔΥΚαρίων εναντίον του τουρκικού στρατού εισβολής, όπου όλοι έπεσαν ηρωικώς μαχόμενοι. Ο Χρήστος τάφηκε ως άγνωστος νεκρός στο Στρατιωτικό Κοιμητήριο Λακατάμιας και το όνομά του το εντόπισα σε μια λίστα της Πολιτικής Άμυνας με συνολικά 180 άλλους ταφέντες εκεί. Επιχείρησα στη συνέχεια να επικοινωνήσω με την οικογένεια Κουκουλάρη στην Αθήνα, αλλά ουδείς εκ των εδώ αρμοδίων μου έδωσε στοιχεία.
Αρνούνταν διότι θεωρούσαν ότι το ζήτημα των αγνοουμένων ήταν θέμα για το οποίο είχε αρμοδιότητα μόνο η Επιτροπή Συγγενών Αγνοουμένων, η οποία διαφωνούσε τόσο με τις εκταφές που συμφωνήθηκαν μεταξύ Κληρίδη και Ντενκτάς το 1997 όσο και με οποιαδήποτε δράση που θα έφερνε στο φως στοιχεία για τους αγνοούμενους τα οποία θα τους ξεβόλευαν και θα χαλούσαν τις καριέρες τους. Έκαμα προσπάθειες μέσω φίλων στην Αθήνα και τελικά εντόπισα την οικογένεια Κουκουλάρη, από την οποία έμαθα ότι οι γονείς του Χρήστου έρχονταν κάθε χρόνο στο μνημόσυνο που γινόταν στις 20 Ιουλίου στο Κοιμητήριο Λακατάμειας χωρίς να υποψιάζονται ότι το παιδί τους ήταν θαμμένο εκεί.
Οταν την άνοιξη του 2000 τα οστά του Χρήστου τακτοποιήθηκαν με τη μέθοδο του DNA, οι γονείς του ήρωα είχαν ήδη αποβιώσει και έτσι, όπως έγραψαν Τα Νέα των Αθηνών, στις 7 Μαΐου του 2000, «χθες το απόγευμα τα λείψανα του λοχία Χρήστου Κουκουλάρη έφτασαν από την Κύπρο με στρατιωτικό αεροσκάφος στο αεροδρόμιο Ελευσίνας, όπου και του αποδόθηκαν τιμές πεσόντος στο μέτωπο. Παρόντες, ο αδελφός του Πέτρος και άλλοι συγγενείς του - οι γονείς του λοχία δεν ζουν πια».
Το βράδυ της Πέμπτης 30/5/2024, όπως παρακολουθούσα ειδήσεις από τηλεοράσεως και καθώς έβλεπα να πραγματοποιείται κηδεία 15 Ελλαδιτών που έπεσαν κατά την τουρκική εισβολή και μερικοί κατά το 1964, πρόσεξα πάνω στο πρώτο μικρό φέρετρο τοποθετημένη τη φωτογραφία του Χρήστου Κουκουλάρη!

Δεν πρέπει να σιωπήσουμε
Ανέτρεξα αμέσως στο αρχείο μου και εντόπισα στην καθημερινή τότε στήλη μου στην εφημερίδα Πολίτης, ημερομηνίας 11/5/2000, άρθρο με τίτλο «Χρήστο, ευχαριστούμε», όπου σημείωνα: «Η προδοσία και η τραγωδία του 1974 άφησαν στους Ελληνοκυπρίους, εκτός από τις πληγές του πολέμου, και μια μεγάλη πληγή στις ψυχές για τον ρόλο που η Ελλάδα των συνταγματαρχών έπαιξε εις βάρος της Κύπρου. Η δυσπιστία αλλά και η προκατάληψη, που δικαίως κατά την άποψη μας υπήρχαν, δεν περιορίζονταν όμως μόνο έναντι των χουντικών αξιωματικών που έδρασαν στην Κύπρο τα χρόνια εκείνα. Το ανάθεμα συνόδευε και για μερικά χρόνια μετά, αδίκως κατά τη γνώμη μας, δικαίους και αμαρτωλούς Ελλαδίτες. Στη συλλογική μνήμη, που ήταν στρωμένη με το μαύρο πέπλο των σκοτωμένων συγγενών, των αγνοουμένων και των χαμένων πόλεων και χωριών μας, οι λεπτές γραμμές ήταν δυσδιάκριτες. Κι όμως, στο μεγάλο εικονοστάσι των ηρώων και των μαρτύρων της κυπριακής τραγωδίας, ανάμεσα στους Ελληνοκυπρίους στέκονταν ορθοί και το ίδιο περήφανοι γιατί έδωσαν τη ζωή τους για τούτο το μαρτυρικό νησί και Ελλαδίτες φαντάροι. Εμείς, ίσως στη θολούρα που προκαλούσαν τα δακρυσμένα μάτια μας αλλά και το σαλεμένο από τον πόνο και το πάθος μυαλό μας, αστοχήσαμε για ένα διάστημα να τους διακρίνουμε και να τους αναγνωρίσουμε μεγαλόφωνα. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν άνθρωποι που έφτασαν στην Κύπρο σε αντικατάσταση της ΕΛΔΥΚ λίγες ώρες πριν εκδηλωθεί η τουρκική εισβολή και το πρώτο φως της μέρας που αντίκρισαν την επομένη στην Κύπρο ήταν και το τελευταίο. Είναι πλέον γνωστό ότι οι μάχες με τα στρατεύματα εισβολής παρά το στρατόπεδο της Ελληνικής Δύναμης στη Λευκωσία ήταν σφοδρότατες, αν και άνισες. Είναι επίσης γνωστό ότι ελάχιστοι εκ των Ελλαδιτών επέζησαν των μαχών αυτών. Αρκετοί από τους νεκρούς Ελλαδίτες της πρώτης και της δεύτερης φάσης της τουρκικής εισβολής ετάφησαν στο Στρατιωτικό Κοιμητήριο της Λακατάμειας. Κάποιοι άλλοι στο Κοιμητήριο Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης και ένας άλλος αριθμός πέρασε στον μακρύ κατάλογο των αγνοουμένων. Οι εκταφές που έγιναν στα δύο κοιμητήρια και η διαδικασία της αναγνώρισης των λειψάνων με τη μέθοδο του DNA έφεραν στην επιφάνεια και το όνομα του πρώτου Ελλαδίτη αγνοούμενου του οποίου η οικογένεια ενημερώθηκε στην Αθήνα.
Πρόκειται για τον Κουκουλάρη Χρήστο του Κωνσταντίνου, λοχία της ΕΛΔΥΚ, ο οποίος έπεσε στη διάρκεια της δεύτερης εισβολής, στις 16 Αυγούστου, στην περιοχή του Αγίου Παύλου στη Λευκωσία. Ένα παλικάρι 22 χρόνων που έδωσε τη ζωή του για την Κύπρο, που για 25 χρόνια βρισκόταν θαμμένο, αμνημόνευτο και άκλαυτο στη Λακατάμεια και του οποίου οι γονείς ζούσαν όλα αυτά τα χρόνια στην πικρή αγωνία της άγνοιας της τύχης του παιδιού τους. Κι αν εκείνοι που θα έπρεπε να είχαν απολογηθεί για το ότι έθαψαν ανθρώπους χωρίς να ακολουθήσουν τις ενδεδειγμένες για τις περιπτώσεις διαδικασίες και εξαφάνισαν σε καταλόγους αγνοουμένων ήρωες της κυπριακής τραγωδίας δεν είχαν το θάρρος να πουν “ήμαρτον” και την τόλμη να ζητήσουν συγγνώμη από τους τραγικούς γονείς του Χρήστου, θεωρούμε ότι εμείς, ως λαός, δεν θα πρέπει να σιωπήσουμε. Δεν θα πρέπει να προσπεράσουμε το γεγονός που έστω και συμβολικά μας δίνει μια μοναδική ευκαιρία. Χρήστο, αδελφέ μας, σε ευχαριστούμε που τίμησες με την υπέρτατη θυσία σου τη μαρτυρική τούτη μικρή πατρίδα. Συγγνώμη που για 25 χρόνια δεν σου ανάψαμε καντήλι.
Άναψε χθες στη μνήμη και στην ψυχή μας η φλόγα της ευγνωμοσύνης μας, που σαν άσβηστο φως θα φωτίζει τη μορφή σου στο Ηρώο της Ιστορίας μας».
Δυστυχώς, έμελλε, 24 χρόνια μετά, να δούμε μια δεύτερη κηδεία του Χρήστου και άλλων πεσόντων, μέχρι και από το μακρινό 1964, για να αποδειχθεί ότι στη χώρα της διαφθοράς και της ρεμούλας μπορεί να φυλάγονται οστά αγνοουμένων για δεκαετίες σε κούτες και να «αποκαλύπτονται» στο πλαίσιο τελετών και μνημόσυνων που προσφέρονται εν αφθονία τις μέρες αυτές των 50 χρόνων της κατοχής. Η τραγική αυτή ιστορία του Χρήστου Κουκουλάρη επιβεβαιώνει τον Αργεντινό συγγραφέα Ερνέστο Σάμπατο και τη ρήση του ότι «Οι νεκροί πεθαίνουν μια φορά, οι αγνοούμενοι πεθαίνουν κάθε μέρα»…
* Ο Ανδρέας Παράσχος είναι Κύπριος δημοσιογράφος, αρθρογράφος στην εφημερίδα Φιλελεύθερος. Επί πολλά χρόνια έκανε έρευνα για τους αγνοούμενους μετά την κυπριακή τραγωδία. ([email protected])