Ολες οι εκλογές που πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης από το 1977 μέχρι τον περασμένο Μάιο (εκείνες του 1974 ήταν απλώς επικυρωτικές και δεν προσφέρονταν για πολιτικά συμπεράσματα) είχαν ένα κοινό στοιχείο: Ανεξάρτητα από το ποιος τις κέρδιζε, η Ν.Δ., το ΠΑΣΟΚ ή ο ΣΥΡΙΖΑ στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2015, στον συνολικό συσχετισμό οι δυνάμεις που βρίσκονταν από το κέντρο και αριστερά ήταν αριθμητικά υπέρτερες εκείνων που βρίσκονταν από το κέντρο και δεξιά στον πολιτικό χάρτη. Σε περιόδους κατά τις οποίες η Κεντροαριστερά και η Αριστερά αύξαναν την ηγεμονία τους (όπως στις πρώτες νίκες του Ανδρέα Παπανδρέου και του Κώστα Σημίτη το 1981 και το 1996), το ποσοστό τους κυμαινόταν από το 57% έως και το 62%, αλλά ακόμα και σε εκλογές κατά τα άλλα θριαμβευτικές για τη Νέα Δημοκρατία, όπως εκείνες του 1990, το ποσοστό δεν έπεσε ποτέ κάτω από το 51%. Οπωσδήποτε στη διαμόρφωση αυτού του γενικού συσχετισμού βοήθησε η ύπαρξη ενός πανίσχυρου κεντρώου κόμματος με αντιδεξιά χαρακτηριστικά, όπως ήταν το ΠΑΣΟΚ μέχρι το 2012. Αλλά, έστω κι έτσι, η γενική εικόνα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας επί ένα μακρύ πολιτικά διάστημα 46 ολόκληρων χρόνων ήταν ότι η Δεξιά και η Κεντροδεξιά ήταν μειοψηφικές στη χώρα και απέναντί τους υπήρχε μια πλειοψηφία που ανά πάσα στιγμή μπορούσε να συσπειρωθεί αν χρειαζόταν.
Αυτό το τελευταίο είχε μια ιδιαίτερη σημασία υπό την έννοια ότι καθιστούσε τις όποιες σποραδικές εκλογικές νίκες της Νέας Δημοκρατίας αποτελέσματα πολιτικής χαλαρότητας. Για παράδειγμα, το 2004 ο Κώστας Καραμανλής, εκφραστής μιας πολύ πιο ήπιας εκδοχής της Δεξιάς, εξασφαλίζει την ανοχή της κεντροαριστερής πλειοψηφίας ακριβώς επειδή ανά πάσα στιγμή μπορεί να ανακληθεί από τη θέση του - όπερ και εγένετο. Και γύρω από αυτόν τον κύκλο σχηματίζεται κάπως το πολιτικό περίβλημα της Μεταπολίτευσης. Έως πέρσι.
Ανατροπή
Οι περσινές εκλογές, τόσο του Μαΐου όσο και του Ιουνίου, ανέτρεψαν για πρώτη φορά αυτόν τον πάγιο συσχετισμό. Οι δυνάμεις της Δεξιάς, της Κεντροδεξιάς και -φευ- της Ακροδεξιάς ξεπέρασαν το 55%, σχηματίζοντας για πρώτη φορά μια τόσο ευρεία συντηρητική -έως και αντιδραστική- πλειοψηφία. Αυτό σημαίνει ότι οι ευρωεκλογές της 9ης Ιουνίου έχουν μια ιδιαιτερότητα. Είναι οι πρώτες που διεξάγονται στην Ελλάδα, έπειτα από εκείνες του περασμένου Ιουνίου βέβαια, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν σε καθεστώς σοκ, με εμπεδωμένη την αίσθηση ότι η πλειοψηφία της χώρας είναι δεξιά. Η αίσθηση αυτή επιβεβαιώθηκε και τον περασμένο Οκτώβριο, στις τοπικές δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, όπου μάλιστα η Δεξιά αύξησε τις δυνάμεις της κι άλλο, πλησιάζοντας το 60%. Ωστόσο, οι τοπικές εκλογές προσφέρονται για τεθλασμένα και όχι άμεσα πολιτικά συμπεράσματα κι αυτό που κυρίως απέδειξαν είναι η απόλυτη κυριαρχία των συντηρητικών αντιλήψεων στον τοπικό παραγοντισμό, κάτι που χτίστηκε με σταθερότητα επί τρεις δεκαετίες.
Υπό αυτό το πρίσμα, τα κόμματα της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς -εκτός ίσως από το ΚΚΕ, το οποίο δηλώνει αδιάφορο γι’ αυτόν τον συσχετισμό- είναι υποχρεωμένα να αναπτύξουν μια εκλογική στρατηγική μέσα σε ένα περιβάλλον που δεν έχει ποτέ στο παρελθόν επαναληφθεί γι’ αυτά. Για το ΠΑΣΟΚ βέβαια αυτή η αλλαγή είναι η δεύτερη αντίστοιχη έπειτα από εκείνη της δεκαετίας του 2010, όταν είδε τα ποσοστά του να υποχωρούν από το 43% στο 5% μέσα σε έξι χρόνια. Όμως συνολικά για όλα αυτά τα κόμματα, συμπεριλαμβανομένων και των μικρότερων, οι εκλογές αυτές γίνονται σε αχαρτογράφητα νερά. Πώς πολιτεύεσαι και κάνεις εκλογές σε μια κοινωνία στην πλειοψηφία της δεξιά;
Το ερώτημα απαντιέται πιο εύκολα από μικρά κόμματα που στην ουσία δηλώνουν την πρόθεσή τους να παραμείνουν στην αντιπολίτευση. Εκεί η επίκληση της αριστερής ταυτότητας, και ιδιαίτερα ζητημάτων που έχουν να κάνουν με τις πολιτικές ελευθερίες, την ειρήνη, την οικολογία ή την οικονομική εξίσωση, μπορούν να αποτελέσουν μια πολιτική σανίδα πάνω στην οποία μπορούν να διανύσουν μια θάλασσα φουρτουνιασμένη για τις αριστερές ιδέες. Το αδιέξοδο ωστόσο είναι πιο μεγάλο για τα κόμματα εκείνα που δεν έχουν παραιτηθεί από την ιδέα να κυβερνήσουν. Εδώ το ερώτημα τίθεται με τους όρους της Σκύλλας και της Χάρυβδης: Η επίκληση των ταυτοτικών τους θέσεων μπορεί να τους διατηρήσει σε μια θέση μικρής μειοψηφίας, ενώ η προσαρμογή στις θέσεις του αντιπάλου μπορεί να αποτελέσει παραδοχή της ηγεμονίας του. Πώς βγαίνεις από αυτόν τον λαβύρινθο;
Αλλαγή ατζέντας
Οι ψηφοφόροι της εσωτερικής εκλογικής αναμέτρησης του ΣΥΡΙΖΑ είχαν ρητά ή άρρητα αυτό στο μυαλό τους τον περασμένο Σεπτέμβριο, όταν ψήφιζαν για ηγεσία: Την ανάγκη να παραχθεί μια νέα πολιτική ατζέντα, έξω από την παραδοσιακή, η οποία είχε δώσει τη νίκη στον αντίπαλο. Η ιδέα αυτή θα κριθεί προφανώς εκεί που κρίνονται όλες οι πολιτικές ιδέες από την αρχαιότητα: Στο αν μπορούν να εξασφαλίσουν -ή να πείσουν γι’ αυτό- βελτίωση ή έστω συντήρηση του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού στον οποίο απευθύνονται.
Η Νέα Δημοκρατία -ίσως πια πρέπει να το παραδεχτούμε- δεν κέρδισε τις εκλογές του 2023 επειδή η κοινωνία πίστεψε στην ηθική της επάρκεια, αλλά επειδή κατάφερε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο να μοιράσει χρήματα σε κοινωνικές ομάδες-κλειδιά. Μπορούμε όσο θέλουμε να δείχνουμε το ηθικό και δημοκρατικό έλλειμμα της σημερινής κυβέρνησης - και θα έχουμε δίκιο. Αλλά κανένα ρεύμα δεν έγινε πλειοψηφικό χωρίς να μιλήσει για την οικονομία και τη διανομή του πλούτου.
«It’s the economy, stupid», όπως απαντήθηκε και το ερώτημα στον Τζορτζ Μπους πατέρα όταν αναρωτήθηκε πώς έχασε τις εκλογές αφότου κέρδισε τον Ψυχρό Πόλεμο…