Live τώρα    
Η κρίση αντιπροσώπευσης και οι προοδευτικές δυνάμεις
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η κρίση αντιπροσώπευσης και οι προοδευτικές δυνάμεις

Εκλογές

Απ’ όταν ξέσπασε η δημοσιονομική κρίση μέχρι και σήμερα παρατηρείται ένα σταθερό πολιτικό φαινόμενο σε όλες τις εθνικές εκλογικές αναμετρήσεις: το αυξανόμενο ποσοστό αποχής των πολιτών. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις διπλές βουλευτικές εκλογές του 2023 το ποσοστό αποχής ήταν περίπου το μισό του εκλογικού σώματος. Τα πράγματα χειροτέρεψαν στις εκλογές για τους δύο βαθμούς της Αυτοδιοίκησης, στις οποίες η αποχή ήταν σημαντικά υψηλότερη της συμμετοχής. Τυπικό παράδειγμα, η εκλογή στον Δήμο Αθηναίων, όπου η συμμετοχή ανήλθε μόλις στο 31% του εκλογικού σώματος.

Είναι φανερό ότι κάτι συμβαίνει στη λειτουργία του πολιτικού μας συστήματος. Οι πολίτες αισθάνονται απογοήτευση, αποστασιοποιούνται από τη δημοκρατική συμμετοχή και ταυτίζονται πολύ λιγότερο, συγκριτικά με το παρελθόν, με τα πολιτικά κόμματα, τον δημόσιο λόγο τους και την πολιτική πράξη τους. Πρόκειται δηλαδή για κρίση αντιπροσώπευσης. Η κρίση αντιπροσώπευσης πρέπει να ερμηνευθεί για να αντιμετωπιστεί, γιατί είναι κρίσιμο για τη χώρα μας η Δημοκρατία να λειτουργεί ως «σφύζουσα αγορά της κοινωνίας».

Στη διάρκεια της δημοσιονομικής κρίσης, οι επείσακτες πολιτικές των δανειστών, που χαρακτηρίστηκαν από τον τελευταίο υπουργό Εξωτερικών της Άνγκελα Μέρκελ ως «πολιτικές βασανισμού», εφαρμόστηκαν από όλες τις κυβερνήσεις ανεξαιρέτως μεταξύ 2009 έως 2019. Ακόμη και οι αρχικές δεξιές ή αριστερές αντιμνημονιακές εξάρσεις δεν απέτρεψαν τους πολιτικούς φορείς τους να εφαρμόσουν με ακρίβεια τις μνημονιακές πολιτικές. Το κόστος αυτής της πραγματικότητας ήταν ότι διαμορφώθηκε στο μεγαλύτερο τμήμα του εκλογικού σώματος η πεποίθηση ότι όλοι περίπου είναι ίδιοι.

Παρά την καταβύθιση των ποσοστών της το 2012, η Νέα Δημοκρατία έδειξε μεγαλύτερες εκλογικές αντοχές, γιατί στη συλλογική συνείδηση οι συντηρητικές πολιτικές των Μνημονίων ήταν περισσότερο συμβατές με την εν γένει ιδεολογία τής συντηρητικής παράταξης. Μετά τις εθνικές εκλογές του 2019 προστέθηκε ακόμη μία παράμετρος, που κι αυτή με τη σειρά της εξηγεί την κρίση αντιπροσώπευσης. Ενώ η Ν.Δ. προέτασσε συνεχώς την ιδέα ότι μπορεί να εξασφαλίσει τη διακυβέρνηση της χώρας και την πολιτική σταθερότητα, οι δυνάμεις της προοδευτικής αντιπολίτευσης έδειχναν παντελώς αδύναμες να δώσουν την εικόνα μιας εναλλακτικής διακυβέρνησης. Αυτή η συνθήκη διευκόλυνε την απογοήτευση και την περαιτέρω αποχή. Η κρίση και η διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. ήταν η πιστοποίηση των εξελίξεων αυτών, ακολουθώντας την εκλογική περιπέτεια του ΠΑΣΟΚ πριν από μερικά χρόνια.

Η κρίση αντιπροσώπευσης πρέπει το ταχύτερο να αρθεί για να μην μετατραπεί σε φαινόμενο με μόνιμα χαρακτηριστικά, επικίνδυνο για τη λειτουργία της Δημοκρατίας, των θεσμών και του πολιτικού συστήματος. Είναι προφανές ότι προς την κατεύθυνση αυτή θα είναι κρίσιμος ο ρόλος των δυνάμεων της προοδευτικής αντιπολίτευσης. Η προοδευτική αντιπολίτευση δεν μπορεί να αρκείται πλέον σε κομματικές εκπροσωπήσεις που το εκλογικό τους άθροισμα δεν αγγίζει ούτε το 30% των ψηφοφόρων. Η πρώτη υποχρέωσή τους, με τις αναγνωρισμένες διαφορές μεταξύ τους, είναι να ξανασυστηθούν στους Έλληνες πολίτες με σαφή ιδεολογική και προγραμματική ταυτότητα, που θα προκαλέσει το νέο έκδηλο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης γιατί θα κατανοεί ότι μια άλλη Ελλάδα είναι εφικτή. Η δεύτερη υποχρέωση της προοδευτικής αντιπολίτευσης είναι να καταδείξει με σαφήνεια ότι μπορεί να αποτελέσει μια μεγάλη, ευρύχωρη και νικηφόρα δημοκρατική παράταξη ή μια μεγάλη και ελπιδοφόρα πολιτική συμμαχία.

Το μείζον για τις δυνάμεις τις Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς δεν είναι ο εσωτερικός κομματικός ανταγωνισμός μεταξύ ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, Νέας Αριστεράς, κινήσεων πολιτών για το ποιος θα είναι αξιωματική αντιπολίτευση με τα μίζερα ποσοστά που δίνουν οι δημοσκοπήσεις. Το κρίσιμο είναι να εδραιωθεί η εικόνα στους πολίτες ότι μια μεγάλη προοδευτική παράταξη μπορεί και πάλι σύντομα να κυβερνήσει τον τόπο.

Μου είναι απολύτως κατανοητή η προσπάθεια των κομμάτων της προοδευτικής αντιπολίτευσης να αυξήσουν τα εκλογικά ποσοστά τους και να αποτελέσουν τον κυρίαρχο πόλο, όπως παραδείγματος χάριν θέλει το ΠΑΣΟΚ, γύρω από τον οποίο θα επανασυσπειρωθεί η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών. Αν συμβεί αυτό, τότε θα έχουμε μια σαφή απάντηση στο πρόβλημα που περιγράφω. Αν όμως στις επερχόμενες ευρωεκλογές αποτυπωθεί και πάλι η φτώχεια των αριθμών και της περιορισμένης εκλογικής επιρροής, τότε κομματικές ηγεσίες, πολιτικά πρόσωπα, διανοούμενοι, δεξαμενές σκέψης και ενδιαφερόμενοι πολίτες θα τεθούν ενώπιον σοβαρών προκλήσεων και ευθυνών, ενώπιον σοβαρών πολιτικών αποφάσεων.

Η χώρα και οι πολίτες της δικαιούνται να ελπίζουν κάτι καλύτερο.

Ο Χάρης Καστανίδης είναι πρώην υπουργός

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0