Με την Τουρκία δεν πρόκειται να ξεμπλέξουμε εύκολα. Δεν είναι απλώς και μόνο το θέμα των νησιών, δεν είναι το θέμα της γεωγραφικής επέκτασης της γειτονικής χώρας, αλλά της επέκτασής της προς όλες τις κατευθύνσεις, ακόμη και σε χώρους όπου αυτή δεν συνορεύει, π.χ. με την Αλβανία. Η χώρα αυτή πάσχει από έντονη μείωση πληθυσμού, καθώς το αποτέλεσμα της απογραφής για το 2021 ήταν αρνητικό σε σχέση με το 2011 κατά 3,1%. Την ίδια περίοδο, ο πληθυσμός στο Μαυροβούνιο μειώθηκε κατά 2,4%, στη Σερβία κατά 11%, στη Βόρεια Μακεδονία κατά 3% και στο Κοσσυφοπέδιο κατά 10,2%.
Η Βουλγαρία, πάλι, έχει μια μείωση σχεδόν τρομερή, με τον πληθυσμό να έχει προσγειωθεί, από τα 9 εκατομμύρια του 1991, στα 6,9 εκατομμύρια κατοίκους, πράγμα που την κάνει ιδιαίτερα ευάλωτη. Καθώς το 10% των Βούλγαρων είναι μουσουλμάνοι, μπορούν εύκολα να είναι μόνιμοι διαχειριστές του πολιτικού σκηνικού. Η τουρκική πολιτική σ’ αυτές τις χώρες επιδοτεί τζαμιά, υποτροφίες, μουσουλμανικές εκδηλώσεις παρουσιάζοντάς τα ως ακίνδυνα, όμως αυτά συνοδεύονται με δραστηριότητες στρατιωτικές, με ναυτικές βάσεις και συνεργασίες.
Και η ελληνική πολιτική στο ίδιο διάστημα τι κάνει; Η ελληνική πολιτική διά στόματος πρωθυπουργού ή του υπουργού Εξωτερικών ουσιαστικά δημιουργεί φραγμούς επιπόλαιους, κάστρα πραγματικά στην άμμο, καθώς δεν έχει στέρεη ιδεολογική βάση, αλλά απλά διπλωματικά ερείσματα, κομψές συναντήσεις και αόριστες διακηρύξεις . Είναι απλώς μια πολιτική πρόσκαιρων αναχωμάτων.
Θα μπορούσε μια χώρα όπως η Ελλάδα να αμυνθεί σ’ αυτές τις ενέργειες του τουρκικού παράγοντα προωθώντας τη συνεργασία και τις καλές σχέσεις με τους Τούρκους ειρηνόφιλους, όσο λίγοι κι αν είναι αυτοί. Θα μπορούσε να οργανώσει μια ευρεία πολιτιστική αντεπίθεση επί παντός του επιστητού, λόγου χάρη για την ψευδή αρχαιολογία που λανσάρουν στη Μικρά Ασία. Θα επικοινωνούσε βεβαίως με τα μεγάλα κέντρα εξουσίας, αλλά επειδή αυτά δεν είναι αξιόπιστα, θα ήταν δυνατό να οργανώσει τη σχέση της με τους μικρούς και βραχυπρόθεσμα απειλούμενους λαούς: τους λαούς της Βαλκανικής, τους Κούρδους, τους Σύρους, τους Αιγύπτιους, τους Ισραηλινούς και επιπλέον τους Αυστριακούς, τους Ούγγρους, τους Ρουμάνους. Σε όλους αυτούς αξίζει να τίθεται ένα άλλο ιδεολόγημα, διακριτό από τις διπλωματικές πομφόλυγες - όχι το σκεπτικό του ιδιοτελούς «εθνικού συμφέροντος», αλλά της ειρηνικής συνύπαρξης των εθνών.