Στις δηλώσεις της την Δευτέρα η κυβερνητική εκπρόσωπος Αριστοτελία Πελώνη μεταξύ άλλων υποστήριξε ότι «η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά ανάμεσα στις 6-7 ευρωπαϊκές χώρες που έχουν τους υψηλότερους ρυθμούς εμβολιασμού» και προχώρησε σε νέες προβλέψεις περί 1,5 εκατομμυρίων εμβολιασμών στην χώρα μας «μέσα στον Απρίλιο», ενώ μέχρι σήμερα αυτοί έχουν ήδη φτάσει το 1,43 εκατομμύρια. Τα περίπου 3 εκατομμύρια δόσεις αντιστοιχούν σε περίπου 2 εκατομμύρια πολίτες ή χονδρικά το 20% του πληθυσμού. Είναι προφανές το ερώτημα εάν αυτά τα μεγέθη είναι ικανοποιητικά, όταν έχει δηλωθεί ευθέως ότι επιδιώκεται άνοιγμα του τουρισμού δύο εβδομάδες μετά, στις 14 Μαΐου με την σχετική επικοινωνιακή προσπάθεια να προωθείται διεθνώς.
Το απολύτως χειρότερο, είναι ωστόσο ότι και η ίδια η κα Πελώνη παραδέχεται την κρίσιμη παράμετρο ότι όλα θα γίνουν «ανάλογα με τις ροές των εμβολίων που φτάνουν». Αυτές οι ροές που έστειλαν στα σκουπίδια τους βερμπαλισμούς Μητσοτάκη περί 2 εκατομμυρίων εμβολιασμένων πολιτών τέλη Μαρτίου, απειλούν ακόμη και τα παραπάνω, πολύ πιο συντηρητικά μεγέθη...
Σύμφωνα με τα διεθνώς δημοσιευμένα συγκεντρωτικά στοιχεία, η Ελλάδα δεν είναι «έκτη-έβδομη» αλλά δέκατη μεταξύ 27 χωρών μελών της ΕΕ στον εμβολιασμό του πληθυσμού κατά της covid-19. Και μόνο επειδή οι συνολικές επιδόσεις της ακόμη δείχνουν ικανοποιητικές σε σχέση με τις άλλες χώρες μέλη από την έναρξη των εμβολιασμών.


Η τρέχουσα πραγματικότητα ωστόσο είναι πολύ αρνητικότερη από τις γενικές αυτές τιμές, καθώς λόγω της έλλειψης υποδομών, προσωπικού και κατάλληλων χώρων, αμέσως μόλις φούσκωσε το τρίτο κύμα υποχώρησε η απόδοση της προσπάθειας εμβολιασμού, από τις πρώτες θέσεις στην ΕΕ στις αρχές Μαρτίου σε μία από τις χειρότερες σήμερα. Κάπως έτσι εξαφανίστηκαν από τα στόματα των κυβερνητικών στελεχών οι δηλώσεις περί 2 εκατομμυρίων εμβολιασμένων Ελλήνων στο τέλος Μαρτίου (Κ. Μητσοτάκης) και οι ημερήσιες επιδόσεις μειώθηκαν κατά 15%-20%.

