Δεν έχω φίλους που να πληρώνονται την εργασία τους όσο την αξίζουν. Ούτε έναν. Είτε είναι μουσικοί και ηθοποιοί είτε είναι λογιστές και υπάλληλοι τηλεφωνικών κέντρων. Γι’ αυτούς τους φίλους μου δεν θα μιλήσει ποτέ κανείς. Ούτε άνεργοι θεωρούνται, ούτε εργαζόμενοι «πλήρους απασχόλησης».
Τους λένε «βάλτε πλάτη να περάσει κι αυτό». Και έβαλαν τόση πλάτη τα τελευταία χρόνια, που έχουν αρχίσει να κυρτώνουν προς τα κάτω. Να κοιτούν μόνο τα κορδόνια τους και την άσφαλτο των δρόμων. Και να λένε: «Δεν πειράζει. Από το να μην δούλευα καθόλου, κάτι είναι κι αυτό. Και θα περάσει». Όμως δεν περνάει.
Αν έλεγε κάποιος την ίδια ατάκα πριν από δέκα με δεκαπέντε χρόνια, θα τον περνούσαν για κορόιδο. Όμως αυτοί τότε ήταν παιδιά. Τους τα διηγούνται οι μεγαλύτεροι και τα ακούν σαν ευφάνταστα παραμύθια. Ο δικός τους καθημερινός αγώνας είναι να μην περάσουν στην απομόνωση, στην αχρηστία. Γιατί τους έμαθαν πως όλα έχουν ημερομηνία λήξης. Ηλεκτρικές συσκευές, γιαούρτια, σχέσεις, άνθρωποι. Κι έτσι προτιμούν να «βάλουν πλάτη», παρά να «σταθούν με την πλάτη στον τοίχο», όπως τότε που ήταν παιδιά και σε μια αταξία η δασκάλα τούς έβαζε τιμωρία στη γωνία.
Έτσι, λένε ευχαριστώ. Έτσι, θεωρούν ευτυχέστερη συνθήκη να δουλεύουν χωρίς να πληρώνονται, παρά να μην δουλεύουν. Σαν να παλεύουν για τη μη αποβολή τους από μια αέναη δυσχερή συνθήκη που μόνο μέσα σ’ αυτή μπορούν να γίνουν μέρος του συνόλου.
Έχω καιρό να δω τους φίλους μου. «Βάζοντας πλάτη» όλοι μαζί για δέκα ώρες το εικοσιτετράωρο, χαθήκαμε για να μην «αχρηστευτούμε». Καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι, στην ουσία, ποτέ οι ικανότητες δεν είχαν ανταλλακτική οικονομική αξία αλλά ούτε και χρηστική. Διαχωρίζοντας την ικανότητα από τη χρησιμότητα μια για πάντα.
Δεν έχω φίλους που να πληρώνονται για την εργασία που αγαπούν. Οι περισσότεροι αλλάζουν κουβέντα όταν τους ρωτάνε τι δουλειά κάνουν. Είτε είναι μουσικοί και ηθοποιοί είτε είναι λογιστές και υπάλληλοι τηλεφωνικών κέντρων. Γι’ αυτούς τους φίλους μου δεν θα μιλήσει ποτέ κανείς. Ούτε άνεργοι θεωρούνται, ούτε εργαζόμενοι «πλήρους απασχόλησης». Κι ούτε έχουν την πολυτέλεια της επιλογής.
Τους φίλους μου συχνά τους αποκαλούν «χαμένη γενιά» όταν δεν είναι μπροστά. Όταν είναι, τους αποκαλούν «εγώ στην ηλικία σου…». Όμως ούτε χαμένες γενιές υπάρχουν ούτε απόλυτα ορθές οπτικές τού παρελθόντος. Μόνο άνθρωποι, με όνειρα, αντοχές, ενοχές και πολλά άλλα υλικά στα χέρια να πλάθουν την κάθε εποχή ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες. Κάποιοι μ’ αυτά τα υλικά έφτιαξαν σχέσεις, άλλοι σπίτια και λεφτά και άλλοι απλά επιβίωσαν. Όμως τα χέρια δεν ήταν ποτέ αδειανά. Το θέμα είναι τι αποφασίζεις να χτίσεις με τα υλικά που έχεις. Κι αν αποφασίσεις να είσαι μόνος σου σ’ αυτό ή με παρέα.
* Η Μαρία Μαθιουδάκη είναι πολιτικός επιστήμονας και διεθνολόγος