Είναι αυτονόητο ότι η φετινή πορεία του Πολυτεχνείου μπλέκεται με το lockdown και τα αναγκαστικά μέτρα περιορισμού των συναθροίσεων. Και επειδή το ζήτημα με την πανδημία είναι εξαιρετικά σοβαρό, όλοι οι φορείς και οι πολιτικές δυνάμεις που παραδοσιακά συμμετέχουν στον εορτασμό αναζήτησαν τρόπους να τιμήσουν την επέτειο χωρίς να δείξουν ότι περιφρονούν τα υγειονομικά μέτρα ή αδιαφορούν γι' αυτά. Αλλά το έκαναν από σεβασμό στην επέτειο και στην κοινωνία. Όχι από σεβασμό στον Χρυσοχοΐδη. Διότι, ανεξάρτητα από τις συνθήκες που διαμορφώνονται σήμερα, ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκε το θέμα ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη ήταν, ως συνήθως, προβοκατόρικος, υποκριτικός και πολιτικά ιδιοτελής.
Για να εξηγούμαστε. Ο εορτασμός του Πολυτεχνείου δεν οργανώνεται από το κράτος, όπως η 25η Μαρτίου και η 28η Οκτωβρίου, για να ακυρώνεται με Υπουργικές Αποφάσεις. Αν η κυβέρνηση θωρούσε τη ματαίωση της πορείας επιβεβλημένη από τα πράγματα, θα επιχειρούσε, πριν προχωρήσει σε ανακοινώσεις, να οργανώσει κάποια διαβούλευση. Φυσικά δεν το έκανε. Δεν επιδίωξε καμία προηγούμενη συνεννόηση με τον ΣΦΕΑ, τα πολιτικά κόμματα ή τους φοιτητικούς συλλόγους προκειμένου να υπάρξει ένας κοινός τόπος απέναντι στην κατάσταση και να αναζητηθούν, ειδικά για φέτος, κάποιες συμβολικές ή εναλλακτικές μορφές εορτασμού. Αυτό θα έδειχνε τουλάχιστον κάποιον σεβασμό για την επέτειο. Αντ' αυτού έβγαλε κατευθείαν τον Χρυσοχοΐδη να ανακοινώσει τη ματαίωση της φετινής πορείας του Πολυτεχνείου με τη μορφή κάθετης απαγόρευσης.
Η ανακοίνωση και οι μετέπειτα δηλώσεις του Χρυσοχοΐδη δεν έχουν κανέναν σεβασμό για την επέτειο. Αντιθέτως έχουν κρυμμένη μέσα τους μια πρόκληση για όσους επιχειρήσουν να παραβιάσουν την απαγόρευση: κάντε ότι παραβιάζετε την καραντίνα κι εμείς θα είμαστε εκεί. Αυτή είναι η σταθερή λογική του άλλωστε: να γίνονται επεισόδια, με άφθονη κατάχρηση εξουσίας από τους αστυνομικούς του, ώστε να μπορεί μετά να υποδεικνύει ως υποκινητή της βίας και της ανομίας τον ΣΥΡΙΖΑ, όπως έχει κάνει πάμπολλες φορές μέχρι σήμερα.
Αυτή η στάση όμως είναι πρόκληση προς όλους αυτούς που συνυπολογίζουν τόσο τα επιδημιολογικά δεδομένα όσο και τη σημασία του Πολυτεχνείου. Και αυτοί είναι εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες. Να κάνουν πίσω φέτος επειδή έχουμε καθημερινά νέο ρεκόρ κρουσμάτων, θανάτων και διασωληνωμένων, ναι. Να κάνουν πίσω για να τους βγαίνει από πάνω ο κουτοπόνηρος υπουργός Αστυνομικής Αυθαιρεσίας, όχι.
Δεν έχει διαφύγει της κοινής προσοχής, άλλωστε, το γεγονός ότι πριν από τον Χρυσοχοΐδη είχαν βγει ως λαγοί όλοι οι ακροδεξιοί της Ν.Δ. και είχαν ζητήσει την απαγόρευση της πορείας. Ο Πλεύρης τη ζήτησε περίπου ως αντίποινα για τη ματαίωση των παρελάσεων της 28ης Οκτωβρίου. Ο Μπογδάνος υπέβαλε ερώτηση στον Χρυσοχοΐδη ζητώντας να μάθει «ποιες ενέργειες προγραμματίζονται ώστε να αποφευχθεί η επανάληψη διεξαγωγής παράνομων συναθροίσεων και διαδηλώσεων, ειδικά εν όψει της 17ης Νοεμβρίου».
Ο ακροδεξιός και ακροκεντρώος συρφετός των κοινωνικών δικτύων συντονίστηκε. Τέτοιου είδους κινήσεις δεν έγιναν φυσικά από ευαισθησία για τη δημόσια υγεία, αλλά από μια βαθιά επιθυμία να ξεμπερδεύουν μια και καλή με το Πολυτεχνείο και τον εορτασμό του. Προς ικανοποίηση της Ακροδεξιάς της Ν.Δ. έγιναν λοιπόν οι ανακοινώσεις του Χρυσοχοΐδη με τον τρόπο και το ύφος που έγιναν. Εξίσου προκλητικός ήταν ο τρόπος με τον οποίο τις επανέλαβε ο Μητσοτάκης στη Βουλή.
Ας ξέρει, λοιπόν, ο Χρυσοχοΐδης ότι με το Πολυτεχνείο δεν ξεμπερδεύει. Ο κόσμος θα τιμά τη 17η Νοέμβρη για πολλά χρόνια ακόμα. Ενώ τα πολιτικά ψωμιά του ίδιου είναι μάλλον μετρημένα. Πουλώντας αστυνομοκρατία, καταστολή και αστυνομική αποχαλίνωση, κανείς δεν έφτασε μακριά.