Η πορεία των εργασιών για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης βρέθηκε στο επίκεντρο της χθεσινής συνεδρίασης της ομάδας εργασίας του Eurogroup. Ώς την ώρα που τυπωνόταν η «Α», οι επιτελείς των υπουργείων Οικονομικών της Ευρωζώνης που βρέθηκαν στις Βρυξέλλες για να προετοιμάσουν τη συνεδρίαση του Eurogroup της επόμενης Δευτέρας δεν είχαν ολοκληρώσει τη συζήτηση πάνω στο ελληνικό ζήτημα, κάτι που είναι ενδεικτικό των πολιτικών δυσκολιών που συνοδεύουν την ολοκλήρωση της τρέχουσας αξιολόγησης.
Παρά τη μεγάλη πρόοδο που σημειώθηκε και τις τελευταίες ημέρες στις επαφές εξ αποστάσεων μεταξύ των θεσμών και των ελληνικών αρχών, καλλιεργώντας ένα θετικό κλίμα για το κλείσιμο της αξιολόγησης εντός του χρονικού πλαισίου που έχουν τεθεί, είναι ξεκάθαρο ότι τα ανοιχτά ζητήματα που αφορούν τα εργασιακά (συλλογικές συμβάσεις) και κυρίως το δημοσιονομικό παραμένουν ανοιχτά. Ειδικότερα, τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης επιμένουν στον στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ μετά το τέλος του προγράμματος και τουλάχιστον μέχρι το 2020, κάτι που όμως, για να πειστεί το ΔΝΤ να συμμετάσχει στο πρόγραμμα, θα πρέπει να συνοδεύεται με τη λήψη πρόσθετων μέτρων από την ελληνική πλευρά. Η επίτευξη συμφωνίας σε αυτό το σημείο κρίνεται ως το «κλειδί» που θα ανοίξει τη συζήτηση για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους σε βραχυπρόθεσμο αλλά και μεσοπρόθεσμο επίπεδο, με αποτέλεσμα να μην αποκλείουν στις Βρυξέλλες την κορύφωση των επαφών υψηλού επίπεδου μέσα στην εβδομάδα εν όψει του Eurogroup, αλλά ενδεχομένως και μετά.