Πάντως η απόφαση του ΣτΕ δεν έχει, ακόμη, εκδοθεί. Δεν έχει «καθαρογραφεί» όπως -κακώς- συνηθίσαμε να λέμε και να γράφουμε. Δεν ξέρουμε δηλαδή τι ισχύει και τι όχι από τον νόμο Παππά.
Όπως και να ‘ναι όμως, έτσι ή αλλιώς, ο διαγωνισμός για τις τηλεοπτικές άδειες θα γίνει. Τέλος λοιπόν η ασυδοσία των καναλιών και των αφεντικών τους, τέλος η 27χρονη «αεροπειρατία». Αυτό ήτανε, ώς εδώ, τέρμα...
Έξι συνεδριάσεις της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής χρειάστηκαν, προκειμένου να συγκροτηθεί το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. Με κάπου ένα χρόνο προσπάθειες, διά πυρός και σιδήρου που λέει ο λόγος. Με την άρνηση της αξιωματικής αντιπολίτευσης να συναινέσει, πεισματικά επίμονη και διαρκή. Από κοντά, έως ένα σημείο, και τα κεντρώα σχήματα. Και είναι ακριβώς γι’ αυτό, εξ αιτίας της άρνησης προπάντων της Ν.Δ., που, διά του νόμου Παππά, πέρασαν οι αρμοδιότητες του ΕΣΡ στην Πολιτεία, έτσι για να μην ξεχνιόμαστε.
Κι ενώ η κατατιθέμενη, κάθε φορά, σε κάθε διάσκεψη, λίστα προτάσεων του Προέδρου της Βουλής Νίκου Βούτση ήταν, από κάθε άποψη και κατά κοινή παραδοχή, απολύτως ικανοποιητική. Κατά το πνεύμα του Συντάγματος υπερκομματική. Αλλά, βλέπετε, άλλοι, εντελώς άλλοι ήταν οι σχεδιασμοί και οι στόχοι του Κυριάκου Μητσοτάκη. Σχεδιασμοί και στόχοι στείρα αντιπολιτευτικοί. Με παράλληλη προσπάθεια «ανοίγματος» προς τους καναλάρχες. Κατά τα γούστα και τα συμφέροντα των οποίων πορεύτηκε, εξ άλλου, η Ν.Δ. σ’ ολόκληρη τη διαδικασία επιχείρησης προσαρμογής στην ραδιοτηλεοπτική νομιμότητα.
Είναι αυτοί δε, οι καναλάρχες, που και σήμερα δυσφορούν. Μετά την -επί τέλους- ευτυχή κατάληξη. Όταν ακόμη και ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναγκάστηκε να συναινέσει. Αντιλαμβανόμενος ότι σώθηκαν τα ψέματα, μαζί με τα προσχήματα, και τα τελευταία. Θα προτιμούσαν τα αφεντικά των καναλιών, να συνεχίσουν να απολαμβάνουν της ασύδοτης, της εκτός παντός ελέγχου λειτουργίας τους. Όπως καλόμαθαν με τις κυβερνήσεις της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ επί τρεις δεκαετίες...
Αν ήταν οι άλλοι...
Όπως και να ‘ναι, και εν αναμονή της απόφασης του ΣτΕ, τώρα πλέον ο διαγωνισμός για τις άδειες θα πραγματοποιηθεί. Με την ευθύνη και υπό τον έλεγχο του ΕΣΡ. Θα γίνει ο διαγωνισμός και οι καναλάρχες, εκόντες - άκοντες (άκοντες, ασφαλώς, οι περισσότεροι), θα συρθούν στη νομιμότητα. Θα πληρώσουν τη χρήση του κοινωνικού αγαθού του «αέρα» και θα υποχρεωθούν να ακολουθήσουν όρους και κανόνες. Θα αναγκασθούν να πειθαρχήσουν σε δεσμεύσεις, κατά τις συνταγματικές προβλέψεις, όπως αυτές θα εξειδικευτούν από την ανεξάρτητη αρχή.
Πολύ περισσότερο που το σημερινό ΕΣΡ αισθάνεται πολύ μεγαλύτερο, απ’ ό,τι ο ίδιος θεσμός σε προηγούμενες φάσεις, το βάρος των ευθυνών του. Ως εκ της μακράς και σε βάθος συζήτησης που διεξήχθη περί τη συγκρότηση και τον ρόλο του.
Ο διαγωνισμός λοιπόν θα γίνει και το τηλεοπτικό τοπίο θα εξυγιανθεί, θα «νομιμοποιηθεί». Κι αυτό, πέρα από κάθε αμφιβολία, οφείλεται στην κυβέρνηση της Αριστεράς. Εκείνη το πιστώνεται. Δεδομένου ότι είναι αυτή που άνοιξε το ζήτημα. Μαζί και τον δρόμο. Και το προώθησε, με πολύ μεγάλο πολιτικό κόστος δε. Καθώς ο πόλεμος που, έτσι κι αλλιώς, δέχεται για χρόνια από τα μεγάλα «μέσα», τώρα έγινε αμείλικτος, ισοπεδωτικός, πόλεμος μέχρις εσχάτων. Ο οποίος πόλεμος συνεχίζεται και σήμερα, με ακριβώς την ίδια ένταση, εννοείται.
Υπάρχει άραγε κανείς που να πιστεύει πως αν δεν κυβερνούσε η Αριστερά, πως αν βρίσκονταν ακόμη στην εξουσία η Ν.Δ. ή το ΠΑΣΟΚ, ή και οι δυο μαζί συνεργατικά, θα άλλαζε κάτι στην τηλεοπτική πραγματικότητα; Πως δεν θα συνεχιζόταν επ’ αόριστον η παρανομία των τόσων δεκαετιών; Αυτό, εξ άλλου, δεν είναι που επεδίωκαν ξεκάθαρα, επί μήνες, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αλλά και ο Ευάγγελος Βενιζέλος;
Ο τελευταίος μάλιστα επιμένει έως και σήμερα. Καθώς δείχνει έτοιμος να τινάξει στον αέρα ακόμη και τη συνοχή του κόμματός του, με αφορμή τη συναίνεση της Φώφης Γεννηματά περί το ΕΣΡ, και τη θετική ψήφο του ΠΑΣΟΚ σε κάποιες νομοθετικές ρυθμίσεις διεξόδου.
Αποτελεί, όθεν, πράξη στοιχειώδους δικαιοσύνης η αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας. Της καθοριστικής συμβολής του ΣΥΡΙΖΑ και της κυβέρνησής του στην, υπέρ των λαϊκών συμφερόντων, ομαλοποίηση του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου. Πράξη δικαιοσύνης, πράξη στοιχειώδους πολιτικού αυτοσεβασμού εν τέλει...